Translation: from greek

ἀντάρτης

Look at other dictionaries:

  • αντάρτης — Λαϊκός αγωνιστής που αγωνίζεται για πατριωτικούς σκοπούς (απελευθερωτικοί αγώνες, αγώνες για την ανεξαρτησία της πατρίδας, αποτίναξη τυραννικής εξουσίας κλπ.). Το αντάρτικο κίνημα στο οποίο συμμετέχει τις περισσότερες φορές δεν αντιπροσωπεύει την …   Dictionary of Greek

  • αντάρτης — ο θηλ. ισσα αυτός που ξεσηκώνεται εναντίον της κυβερνητικής ή της ξενικής εξουσίας, γιατί πιστεύει πως τον στερεί από ορισμένα στοιχειώδη ανθρώπινα ή εθνικά δικαιώματα, και την πολεμά ένοπλα: Στη διάρκεια της γερμανοϊταλικής κατοχής (1941 1944)… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀντάρτης — ἀντά̱ρτης , ἀντί ἀρτάω fasten to imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀντά̱ρτης , ἀντί ἀρτάω fasten to imperf ind act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἀντά̱ρτης , ἀντί ἀρτάω fasten to imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀντί ἀρτάω fasten to pres …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανταρτεύω — [αντάρτης] 1. κινώ σε ανταρσία, κάνω κάποιον αντάρτη 2. γίνομαι αντάρτης, σηκώνω επανάσταση …   Dictionary of Greek

  • ANTARTA — Graece ἀντάρτης, rebellis et tyrannus vel apostata a verbo ἀντάιρεςθαι, quod est contra surgere, cui contrarium est σινάιρεςθαι. Glossae, Delliones, ἀντάρται, ἀκαθοσιωτοι, ρύραννοι καὶ τνραννίδες, qui locus in Glossis hodie corruptissimus… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ρέμπελος — η, ο, Ν 1. (για πολεμιστές) αυτός που δεν ανήκει σε τακτικό στρατιωτικό σώμα, ο αντάρτικος 2. αυτός που χάνει άσκοπα τον καιρό του χωρίς να κάνει τίποτε 3. αυτός που περιφέρεται άσκοπα εδώ κι εκεί 4. άτακτος, ακατάστατος («ρέμπελο σπίτι») 5.… …   Dictionary of Greek

  • Andartes — Andartis, Plural Andarten, (griechisch Αντάρτης) ist die griechische Bezeichnung für einen Partisanen. Sie entstanden in Verbindung mit dem griechischen Kampf um Makedonien (griechisch Μακεδονικός αγώνας) im 19. Jahrhundert. Die Gruppe des… …   Deutsch Wikipedia

  • Andartis — Andartis, Plural Andarten, (griechisch Αντάρτης) ist die griechische Bezeichnung für einen Partisanen. Sie entstanden in Verbindung mit dem griechischen Kampf um Makedonien (griechisch Μακεδονικός αγώνας) im 19. Jahrhundert. Die Gruppe des… …   Deutsch Wikipedia

  • Heinrich Kreipe — Karl Heinrich Georg Ferdinand Kreipe (* 5. Juni 1895 in Niederspier (jetzt Ortsteil von Großenehrich im Kyffhäuserkreis); † 14. Juni 1976 in Northeim oder Hannover) war ein deutscher Offizier, zuletzt Generalmajor der Wehrmacht im Zweiten… …   Deutsch Wikipedia

  • Dimitrios Holevas — Photo of Papa Holevas during his time with ELAS Protopresbyter Dimitrios Holevas (Greek: Δημήτριος Χολέβας), more commonly known as Papa Holevas (Παπαχολέβας, Father Holevas ), was a Greek Orthodox priest who was a notable member of the Greek… …   Wikipedia

  • Холевас, Димитриос — Димитриос Холевас (греч. Δημήτριος Χολέβας; 1907(1907), Цука, Фтиотида  16 июля 2001, Афины),  архипресвитер, православный греческий священник и видный член Сопротивления, во время Второй мировой войны сражался в рядах ЭЛАС… …   Википедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.