Translation: from greek to english

ἀντακαῖος

Look at other dictionaries:

  • αντακαίος — ἀντακαῑος, ο (Α) 1. είδος ψαριού της Κασπίας και των ποταμών της Σκυθίας 2. ως επίθ. «τάριχος ἀντακαῑον» το χαβιάρι …   Dictionary of Greek

  • ἀντακαῖος — sturgeon masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντακαῖοι — ἀντακαῖος sturgeon masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντακαῖον — ἀντακαῖος sturgeon masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Hausen, der — Der Hausen, des s, plur. ut nom. sing. ein großer eßbarer Fisch, welcher nach dem Linné zu dem Geschlechte der Störe gehöret, und nicht nur in der Donau, sondern auch in allen großen Flüssen, welche sich in das Kaspische und schwarze Meer… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • ιχθυόκολλα — Παχύρρευστη κίτρινη συγκολλητική ύλη, που παρασκευάζεται συνήθως με βράσιμο εντοσθίων και κεφαλιών ψαριών. Ονομάζεται επίσης και ψαρόκολλα. Η κόλλα αυτή έχει την ιδιότητα να διαλύεται εντελώς σε νερό συνηθισμένης θερμοκρασίας (20°C).… …   Dictionary of Greek

  • ἀντακαίου — ἀντακαί̱ου , ἀντακαῖος sturgeon masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντακαίους — ἀντακαί̱ους , ἀντακαῖος sturgeon masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντακαίων — ἀντακαί̱ων , ἀντακαῖος sturgeon masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.