Translation: from greek

ἀναγαλλίδα

Look at other dictionaries:

  • ἀναγαλλίδα — ἀναγαλλίς pimpernel fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αερίτις — ( ιδος) χρησιμοποιήθηκε παλαιότερα στη φράση «αερίτις ζώνη», που δήλωνε τη ζώνη τού αέρα πάνω από έδαφος ενός κράτους, η οποία βρισκόταν στα όρια βολής τηλεβόλου. Η ζώνη αυτή, που μπορούσε έτσι να ελέγχεται από ένα κράτος, αποτελούσε και χώρο… …   Dictionary of Greek

  • φελλόχορτο — φελλόχορτο, το και φελλοχόρταρο, το και φελλοχόρτι, το το φυτό «αναγαλλίδα» …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.