Translation: from greek to english

ἀμπλακία

Look at other dictionaries:

  • ἀμπλακία — ἀμπλακίᾱ , ἀμπλάκημα miss fem nom/voc/acc dual ἀμπλακίᾱ , ἀμπλάκημα miss fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἀμπλακίᾱ , ἀμπλακία fem nom/voc/acc dual ἀμπλακίᾱ , ἀμπλακία fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμπλακία — ἀμπλακία, η (Α) το ἀμπλάκημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμπλακεῖν (απαρ. αορ. β του μτγν. ἀμπλακίσκω)] …   Dictionary of Greek

  • ἀμπλακίας — ἀμπλακίᾱς , ἀμπλάκημα miss fem acc pl ἀμπλακίᾱς , ἀμπλάκημα miss fem gen sg (attic doric aeolic) ἀμπλακίᾱς , ἀμπλακία fem acc pl ἀμπλακίᾱς , ἀμπλακία fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπλακιάων — ἀμπλακιά̱ων , ἀμπλάκημα miss fem gen pl (epic aeolic) ἀμπλακιά̱ων , ἀμπλακία fem gen pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπλακίαν — ἀμπλακίᾱν , ἀμπλάκημα miss fem acc sg (attic doric aeolic) ἀμπλακίᾱν , ἀμπλακία fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπλακίαι — ἀμπλάκημα miss fem nom/voc pl ἀμπλακίᾱͅ , ἀμπλάκημα miss fem dat sg (attic doric aeolic) ἀμπλακίᾱͅ , ἀμπλακία fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλακία — ἡ, Α (κατά τον Ησύχ.) «ἀμπλακία, ἁμαρτία». [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < ἀμπλακία «σφάλμα, πλάνη, αμάρτημα»] …   Dictionary of Greek

  • αμπλακίσκω — ἀμπλακίσκω (Α) 1. δεν κατορθώνω, αποτυγχάνω, υπολείπομαι 2. χάνω, στερούμαι 3. διαπράττω σφάλμα ή αμάρτημα, αμαρτάνω, σφάλλω, γελιέμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο ενεστ. είναι νεώτερος σχηματισμός από το απαρέμφ. αορ. β΄ ἀμπλακεῖν. Άγνωστ. ετυμ. Εάν ο αρχικός… …   Dictionary of Greek

  • ἀμπλακιᾶν — ἀμπλάκημα miss fem gen pl (doric aeolic) ἀμπλακία fem gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπλακίαις — ἀμπλάκημα miss fem dat pl ἀμπλακία fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπλακίαισι — ἀμπλάκημα miss fem dat pl (epic ionic aeolic) ἀμπλακία fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.