Translation: from greek

ἀλύσεσιν

Look at other dictionaries:

  • ἀλύσεσιν — ἄλυσις distress fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλύσεσιν — ἅλυσις chain fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλαρός — ή, ό / χαλαρός, ά, όν, ΝΜΑ αυτός που δεν είναι τεντωμένος ή σφιχτός, αυτός που είναι άτονος, πλαδαρός (α. «χαλαρή ζώνη» β. «χαλαρό δέρμα» γ. «χαλαρά... ὑποδήματα... γοῡν χαίρεις φορῶν», Αριστοφ. δ. «ἀφίεσαν τὴν δοκὸν χαλαραῑς ταῑς ἁλύσεσιν», Θουκ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.