Translation: from greek

ἀλόχω

Look at other dictionaries:

  • ἀλόχω — ἄλοχος partner of one s bed fem nom/voc/acc dual ἄλοχος partner of one s bed fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόχῳ — ἄλοχος partner of one s bed fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόχωι — ἀλόχῳ , ἄλοχος partner of one s bed fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρά — Πολιτεία της βορειοκεντρικής Βραζιλίας· βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό στα Α και συνορεύει με τη Γουιάνα και τη Σουρινάμ στα Β, με τις ομόσπονδες πολιτείες Μαρανιάν στα Α, Γκόιας στα ΝΑ και Μάτο Γκρόσο στα Ν, με τον Αμαζόνιο στα Δ, και με τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.