Translation: from greek to english

from english to greek

ἀκρόδρυα

Look at other dictionaries:

  • ἀκρόδρυα — fruits grown on upper branches of trees neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακρόδρυα — τα (Α ἀκρόδρυα) Ν και ακρόδυα 1. καρποί φυλλωδών φυτών, που όταν ωριμάζουν έχουν κέλυφος (αμύγδαλα, κάστανα κ.λπ.), σε αντίθεση με τις οπώρες 2. τα δέντρα που παράγουν αυτούς τους καρπούς, αλλά και γενικά κάθε οπωροφόρο αρχ. οι καρποί που… …   Dictionary of Greek

  • ἀκροδρύοις — ἀκρόδρυα fruits grown on upper branches of trees neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροδρύων — ἀκρόδρυα fruits grown on upper branches of trees neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ACRODRYA — Graece Α᾿κρόδρυα, et ὀπώρα, sic distinguntur Graecis Scriptoribus Rei Rusticoe, ut Latinis Nuces et Poma. Α᾿κροδρυα enim ea vocanda proprie censent, quae soris lignum habent, quaeque eadem κάρυα dicta; Quâ voce omnia Acrodrya Atticos insigniisse …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ACRIDES — quarum mentio Matthaei c. 3. v. 4. ἡ δέ τροφὴ ἀυτοῦ ἢν ἀκρὶδες καὶ μὲλι ἄγρςον, Isidoro Pelusiotae, viro docto et proxima Palaestinae loca incolenti, Ep. 132. οὐ ζῶά εἰςιν, ὥς τινες οίονται ἀμαθῶς, κανθάροις ἀπεοικότα, non sunt animalia… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ακρόδυα — τα βλ. ακρόδρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακρόδρυα, με ανομοιωτική αποβολή του δευτέρου ρ] …   Dictionary of Greek

  • Eichel, die — Die Eichel, plur. die n. 1) Die längliche runde Frucht des Eichbaumes, welche vornehmlich zur Mastung der Schweine gebraucht wird. Die Schweine in die Eicheln schlagen, oder treiben. S. Dachseichel und Harzeichel. 2) Figürlich, die Gestalt einer… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • BACCAE — proprie sunt lauri, oleae, myrti et id genus arborum fructus, ut apud Ovid. Met. l. 10. v. 98. Et bicolor myrtus et baccus caerula ficus. Salmasio Bacca. quae pomô minor, unde de minoribus pomis passim occurrit. Sic cerasa et olivae baccae sunt,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άδρυα — ἄδρυα, τα (Α) λέξη τού Ησυχίου με τρεις σημασίες: 1) μονόξυλα πλοία σαν τα σημερινά κανώ (Κύπριοι) 2) ακρόδρυα* σε μήλα (Σικελοί) 3) τα επάνω μέρη τού αρότρου όπου εφαρμόζει ο «ιστοβοεύς», ο ρυμός, το «τιμόνι» τού αρότρου. [ΕΤΥΜΟΛ. Η (1) και… …   Dictionary of Greek

  • άκρο — το (Α ἄκρον) 1. το ακραίο, το έσχατο ή το υψηλότερο σημείο ενός πράγματος ή τόπου, η άκρη 2. μτφ. το υπέρτατο σημείο, ο ανώτατος βαθμός, το όριο, και νεοελλ. συνεκδ. υπερβολή, ακρότητα νεοελλ. 1. στον πληθ. τα άκρα* (άνω και κάτω), τα ακραία μέλη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.