Translation: from greek to english

ἀκαλανθίς

Look at other dictionaries:

  • ἀκαλανθίς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακαλανθίς — Μυθολογικό πρόσωπο. Κόρη του βασιλιά της μακεδονικής Ημαθίας, Πιερία. Αυτή και οι οκτώ άλλες αδελφές της μεταμορφώθηκαν σε κίσσες, επειδή καυχήθηκαν πως τραγουδούσαν καλύτερα από τις εννέα Μούσες. * * * ἀκαλανθίς ( ίδος), η (Α) 1. αρχαία ελλην.… …   Dictionary of Greek

  • ἀκαλανθίδα — ἀκαλανθίς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαλανθίδας — ἀκαλανθίς fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαλανθίδι — ἀκαλανθίς fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαλανθίδος — ἀκαλανθίς fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Acalanthis — ACALANTHIS, ĭdis, Gr. Ἀκαλανθὶς, ίδος, war eine von den neun Töchtern des Pierius, Königs in Emathia, welche sich mit den Musen in einen Wettstreit in der Musik einließen; da sie aber verspieleten, insgesammt in Bögel, wie diese hier insonderheit …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • ακάλανθος — ἀκάλανθος, η (Α) η ακαλανθίς …   Dictionary of Greek

  • ακαλάνθεια — η ακαλανθίς (Ετυμολογικόν Μέγα) …   Dictionary of Greek

  • ak̂-, ok̂- (*hekʷ-) —     ak̂ , ok̂ (*hekʷ )     English meaning: ‘sharp; stone”     Deutsche Übersetzung: ‘scharf, spitz, kantig” and ‘stein”     Material: 1. e/o and ü St: Pers. üs (lengthened grade form) “millstone, grindstone”; Gk. ἀκή “point”, lengthenedgrade… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.