Translation: from greek

ἀζηχές

Look at other dictionaries:

  • ἀζηχές — ἀζηχής continuous masc/fem voc sg ἀζηχής continuous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αζηχής — ἀζηχής, ές (Α) 1. ακατάπαυστος, αδιάκοπος, συνεχής 2. υπερβολικός 3. τραχύς, σκληρός 4. (το ουδέτερο ως επίρρημα) τὸ ἀζηχές διαρκώς, συνεχώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < *ἀζαεχὴς < ἀ αθροιστικό + δια εχὴς (< ἔχω πρβλ. συνεχής), με τροπή τού φωνητικού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.