Translation: from greek to english

ἀετοῦ

Look at other dictionaries:

  • ἀετοῦ — ἀ̱ετοῦ , ἀετός eagle masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αετού, δήμος — Ονομασία δύο δήμων. 1. Νέος δήμος (3.264 κάτ.) του νομού Μεσσηνίας, που συστάθηκε με το σχέδιο Καποδίστριας και αποτελείται από τις πρώην κοινότητες Αγριλιάς, Αετού, Αρτικίου, Γλυκορρυζίου, Καμαρίου, Κεφαλόβρυσης, Κοπανακίου, Κρυονερίου,… …   Dictionary of Greek

  • Αετού, μάχη — Μάχη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, που έγινε στο χωριό Καστανιά, στη θέση Αετός, κοντά στην Υπάτη (Μάιος 1821). Τη θέση αυτή κατέλαβαν οι οπλαρχηγοί Γκούρας, Σαφάκας και Σκαλτσάς προκειμένου να επιτεθούν και να κυριεύσουν την Υπάτη, με τελικό σκοπό …   Dictionary of Greek

  • καινοφανής αστέρας (nova) — (Αστρον.). Αστέρας, ο οποίος παρουσιάζει απρόοπτα ταχύτατη και έντονη αύξηση της λαμπρότητάς του, για να επανέλθει ύστερα σιγά σιγά στην αρχική του κατάσταση. Η λαμπρότητα των κ.α. είναι από 5.000 έως 100.000 φορές μεγαλύτερη από την αρχική τους …   Dictionary of Greek

  • Autos epha — Alpha Inhaltsverzeichnis 1 Ἀγεωμέτρητος μηδεὶς εἰσίτω 2 Άγιον Όρος …   Deutsch Wikipedia

  • орьль — (11) пр. к орьлъ: таковыи ѹбо ˫ако птищь орьлъ. [так!] на вы(со)тѹ въз(е)млетс˫а. (ἀετοῦ) СбТр XII/XIII, 98; ѡбновитьсѧ ˫ако ѡрьлѧ ѹность тво˫а. СбЯр XIII2, 51 об.; то же (ἀετοῦ) …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Liste der Gemeinden Griechenlands (1997–2010) — Die folgende Tabelle umfasst alle griechischen Gemeinden, die im Zuge des Kapodistrias Programms von 1997 aus knapp 6.000 kleineren kommunalen Einheiten geschaffen wurden und im Zuge des Kallikratis Gesetzes von 2010 zum 1. Januar 2011… …   Deutsch Wikipedia

  • αετομάτης — και αϊτομάτης, μάτα και μάτισσα, ικο αυτός που έχει μάτι αετού, όραση οξύτατη σαν τού αετού. [ΕΤΥΜΟΛ. < αετός + μάτι] …   Dictionary of Greek

  • αετονύχι — και αϊτονύχι και αϊτόνυχο, το 1. νύχι αετού 2. είδος σταφυλιού με μακρουλές ρώγες που απολήγουν σε οξύ άκρο, όμοιο κατά κάποιο τρόπο με την αιχμή τού νυχιού τού αετού 3. ο καρπός τής αετονυχολιάς που απολήγει σε νυχοειδές άκρο. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • αετός — Ονομασία πολλών ημερόβιων αρπακτικών πτηνών, που έχουν προικιστεί με οξύτατη όραση και με κυρτό και γαμψό στην άκρη ράμφος. Τα πόδια του α. έχουν τέσσερα δάχτυλα, τρία μπροστά και ένα πίσω, με νύχια αγκιστροειδή, με τα οποία αρπάζει και… …   Dictionary of Greek

  • Αλτάιρ — (Αστρον.). Λαμπρότατος αστέρας πρώτου μεγέθους του αστερισμού του Αετού (α του Αετού). Βρίσκεται πολύ κοντά στη Γη, από την οποία απέχει περίπου 15,4 έτη φωτός. Στη γειτονία αυτή οφείλει τη σημαντική φαινομενική λαμπρότητά του, ενώ στην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.