Translation: from greek

όπως

  • 1 ὅπως

    ὅπως, ep ὅππως, ion. ὅκως, correlat. zu πῶς; – 1) relativ u. indirect fragend, wie, aufwelche Weise, so wie; ἔσπετε νῦν μοι, ὅππως δὴ πρῶτον πῦρ ἔμπεσε, Il. 16, 113; φράζεο, ὅπως κε πόλιν σαώσεις, 17, 144; φράζευ, ὅπως μνηστῆρσιν ἀναιδέσι χεῖρας ἐφήσεις, Od. 13, 376; auch. entspricht οὕτως und ὥς, ὅπως φρεσὶ σῇσι μενοινᾷς, ὥς τοι Ζεὺς τελέσειεν, 15, 111; auch ein vorangehendes τοῖος, τοῖόν με ἔϑηκεν, ὅπως ἐϑέλει, also für οἷον, 16, 208; σεαυτὸν σῶζ' ὅπως ἐπίστασαι, Aesch. Prom. 374; οὐκ οἶδ', ὅπως ὑμῖν ἀπιστῆσαί με χρή, 643, neben ὅπῃ, 877; auch in Vergleichungen, ὀχλεῖς μάτην με, κῦμ' ὅπως, παρηγορῶν, 1003; εἰκῆ κράτιστον ζῆν, ὅπως δύναιτό τις, Soph. O. R. 979; dem οὕτως entsprechend, El. 1288; ὧδ' ὅπως καὶ σοὶ φίλον καὶ τοὐμὸν ἔσται τῇδε, 1293; ὅπως μολούμεϑ' ἐς δόμους οὐκ ἔχω, O. C. 1739; – ὅπως ἔχω, wie ich gerade bin, ohne Vorbereitung, sogleich, Soph. Phil. 808; u. in Prosa, Thuc. 3, 20 (vgl. ἔχω); u. in indirecter Frage auch c. gen., οὐ γὰρ οἶδα, παιδείας ὅπως ἔχει καὶ δικαιοσύνης, Plat. Gorg. 470 e, vgl. Rep. III, 389 c IV, 421 c; ὅπως βούλεται, Prot. 336 b u. sonst. Außer dieser gewöhnlichsten Verbindung mit dem indic. wird es mit ἄν u. dem conj. verbunden, eine Bedingung für Gegenwart od. Zukunft auszudrücken, wie immer auch, quomodocunque; κατὰ τωὐτὸ ἰέναι πάντας, τῇ ἂν αὐτὸς ἐξηγέηται, ὅκως ἂν αὐτὸν ὁρέωσι σπουδῆς ἔχοντα, wie sie ihn immer würden eilen sehen, Her. 9, 66; ὅπως ἂν βούλησϑε, Plat. Phaed. 115 c; ὅπως ἂν φῇ ἔχειν, Gorg. 481 d; λεκτέον, ὅπως ἂν ἡμῖν παρείκωσι ϑεοὶ νομοϑετεῖν, so wie immer, so weit, Legg. XI, 934 c; Xen. Cyr. 5, 3, 9; – Hom. hat so auch den bloßen conj. ohne ἄν, Ζεὺς αἴτιος, ὅςτε δίδωσιν ἀνδράσιν ὅπως ἐϑέλῃσιν, ἑκάστῳ, Od. 1, 349, wie 6, 189 Il. 10, 225. – In der indirecten Frage steht, nach vorangehendem Präsens oder Futurum, der conj. bes. nach ἔχω, οὐκ ἔχω, ὅπως σοι εἴπω, ὃ νοῶ, Plat. Euthyphr. 11 b; οὔτε γὰρ ὅπως βοηϑῶ ἔχω, οὔτ' αὖ ὅπως μὴ βοηϑήσω ἔχω, Rep. II, 368 b; – Hom. setzt nach κε hinzu, φράζεσϑαί σε ἄνωγεν, ὅππως κεν νῆας σόῃς, er heißt dich überlegen, wie du etwa die Schiffe retten könnest, Il. 9, 681, vgl. 20, 243; so auch σὲ δὲ φράζεσϑαι ἄνωγα, ὅππως κε μνηστῆρας ἀπώσεαι (conj. aor.), Od. 1, 270, vgl. ib. 295. – Nach einem Präteritum in der indirecten Rede der opt., ἀλλ' ἄρα μερμήριζεν, ὅπως ἀπολοίατο πᾶσαι νῆες, Od. 9, 554; αὐτὰρ ἐγὼ βούλευον, ὅπως ἐρέοιμι ἑκάστην, 11, 229, vgl. 15, 170. 203 Il. 18, 473. 21, 137. 24, 680; Soph. Ant. 271; ὥςτε οὔϑ' ὅπως οὖν ὀργιζοίμην εἶχον, Plat. Conv. 219 d; ὅπη καὶ ὅπως εἰς τὸ σῶμα ἀφίκοιτο, οὐκ εἰδέναι, Rep. X, 621 b. – Sehr gewöhnlich ist aber auch in dieser indirecten Frage der ind., bes. fut., οὐδέ τί πω σάφα ἴδμεν, ὅπως ἔσται τάδε ἔργα, wir wissen nicht recht, wie die Dinge kommen werden, was daraus werden wird, Il. 2, 252 Od. 17, 78 u. öfter; φράζευ, ὅπως μνηστῆρσιν ἀναιδέσι χεῖρας ἐφήσεις, Od. 13, 376, vgl. 14, 329. 20, 29. 39 Il. 1, 136. 9, 251. 17, 144; δεῖ ὅπως τὰ τοῦ ϑεοῦ μαντεῖ' ἄριστα λύσομεν σκοπεῖν, Soph. O. R. 407, vgl. O. C. 1739; u. so in Prosa, βουλεύεται, ὅπως μήποτε ἔτι ἔσται ἐπὶ τῷ ἀδελφῷ, Xen. An. 1, 1, 4, u. sonst. – Auch der opt. potent. wird gesetzt, ὅτι οὐκ αὖ μανϑάνεις, ὅπως ἂν ταῦτα γένοιτο, Plat. Rep. III, 393 d; τοῦτον τὸν μῦϑον ὅπως ἂν πεισϑεῖεν ἔχεις τινὰ μηχανήν, ibid. 415 c; ἐπυνϑάνετο, ὅπως ἂν κάλλιστα πορευϑείη, Xen. An. 3, 1, 7, vgl. 4, 3, 14. 5, 7, 7; ὅπως βουλευσόμεϑα, ὅπως ἂν ἄριστα ἀγωνιζοίμεϑα, Cyr. 2, 1, 4. – Direct fragend scheint es zu stehen, wenn man in Beziehung auf ein voranstehendes πῶς; die Antwort mit ὅπως; einleitet, πῶς με χρὴ καλεῖν; – ὅπως; τὴν καρδόπην, wie? (fargst du?) Ar. Nubb. 667, vgl. Equ. 1068 Plut. 139; so auch Plat. Hipp. mai. 292 c Legg. II, 662 a. – Besonders bemerke man noch folgende Verbindungen: οὐκ ἔσϑ' ὅπως, es geht auf keine Weise, es ist durchaus unmöglich; οὐκ ἔσϑ' ὅπως λέξαιμι, Aesch. Ag. 606; οὐκ ἔσϑ' ὅπως ποτ' ἕξεις, Soph. Phil. 518, vgl. O. C. 1374 Ant. 329; ἐγὼ μὲν οὖν οὐκ ἔσϑ' ὅπως σιγήσομαι, Ar. Plut. 18, u. sonst, wie Dem. 18, 208, οὐκ ἔστιν, οὐκ ἔστιν ὅπως ἡμάρτετε; οὐκ ἔσϑ' ὅπως οὐ, es ist unmöglich, daß nicht, d. i. es muß durchaus, fieri non potest quin, οὐ γὰρ ἔσϑ' ὅπως ὅδ' οὐκ Ὀρέστης ἐστίν, der muß Orestes sein, Soph. El. 1471; οὐ γὰρ γένοιτ' ἂν ταῦϑ' ὅπως οὐχ ὧδ' ἔχειν, Ai. 371, es dürfte wohl nicht möglich sein, daß sich dies nicht so verhielte, d. i. Geschehenes kann nicht ungeschehen gemacht werden; vgl. O. R. 1058 O. C. 97; οὐκ ἔσϑ' ὅπως οὐκ ἐξελῶ 'κ τῆς οἰκίας, Ar. Nubb. 802, vgl. Plut. 851 Equ. 424; – οὐχ ὅπως, ich will nicht sagen, nicht als ob, πε παύμεϑ' ἡμεῖς, οὐχ ὅπως σε, Soph. El. 786; οὔκουν ὅπως μνησϑῆναι ἄν τις ἐτόλμησε πρός τινα περὶ Κύρου φλαῠρόν τι, ἀλλ' ὡς, Xen. Cyr. 8, 2, 12; Hell. 5, 4, 34; Dem. 10, 41 προςήκει τούτους οὐχ ὅπως ὧν ἡ πόλις δίδωσιν ἀφελέσϑαι τι, ἀλλ' εἰ καὶ μηδὲν ἦν τούτων, ἄλλοϑεν σκοπεῖν, d. i. nicht nur nicht Etwas fortzunehmen, sondern vielmehr; so 21, 11 u. öfter. – Selten steht es geradezu für ὡς; a) bei Vergleichungen, ὀχλεῖς μάτην με, κῦμ' ὅπως, παρηγορῶν, Aesch. Prom. 1003; Ἔρωτι ὅςτις ἀντανίσταται, πύκτης ὅπως εἰς χεῖρας, οὐ καλῶς φρονεῖ, Soph. Trach. 442; μήτηρ χὠ κοινολεχὴς Αἴγισϑος, ὅπως δρῦν ὑλοτόμοι, σχίζουσι κάρα, El. 98, öfter; einzeln bei sp. D., wie δμωῒς ὅπως Ap. Rh. 1, 285. – b) c. superl., wie quam, den höchst möglichen Grad ausdrückend, ὅπως ὤκιστα, Theogn. 427; ἄριστα, Aesch. Ag. 586, öfter; σφῷν δ' ὅπως ἄριστα συμφέροι ϑεός, Soph. Phil. 623; O. R. 1410; vollständig οὕτως ὅπως ἥδιστα, Trach. 329, auf eine so angenehme Weise, wie die allerangenehmste ist; auch ὅπως τάχιστα, sobald als, Aesch. Prom. 228, Ar. Vesp. 168. 365; Krüger vergleicht mit diesem Gebrauch Xen. An. 2, 5, 7, οὐκ οἶδα, οὔτ' εἰς ποῖον ἂν σκότος ἀποδραίη, οὔϑ' ὅπως ἂν εἰς ἐχυρὸν χωρίον ἀποσταίη, was offenbar für εἰς ὡς ἐχυρόν steht. – 2) wie unser wie dient es auch – a) zur Bestimmung der Zeitumstände; Τρῶες δ' ἐῤῥίγησαν, ὅπως ἴδον αἰόλον ὀπφιν, Il. 12, 208, wie, als sie sahen, vgl. Od. 3, 373. 22, 22; Soph. Trach. 762 C. C. 1638; τὸν δ' ὅπως ὁρᾷ Ξέρξης, wie, als diesen Xerxes sieht, Aesch. Pers. 194; μετὰ ταῦϑ', ὅπως νῷν ἐγένεϑ' υἱὸς οὑτοσί, Ar. Nubb. 81; öfter Her., ὅκως ἡ συμβολὴ ἐγίνετο, 9, 66, u. mit dem optat. iterativ. in Beziehung auf die Vergangenheit, ὅκως εἴη ἐν τῇ γῇ καρπὸς ἁδρός, τηνικαῦτα –, 1, 17, vgl. 68. 100. 162; vgl. auch Plat. ὅπως ἄν τις πλέον ὑπερβὰς ἑβδομήκοντα ζῇ, sobald wie, Legg. VI, 755 a; ὅπως πρῶτα, sobald als, Hes. Th. 156. – b) zur Angabe des Grundes, ἄχος, ὅπως δὴ δηρὸν ἀποίχεται, Trauer, wie er, darüber, daß er so lange fort ist, Od. 4, 109. – c) auch zur Bildung eines Objectsatzes, bei Verbis des Sagens, Glaubens u. ähnlichen, wie auch wir zuweilen wie für daß gebrauchen, ὑπωπτεύετο, ὅπως μήποτ' ἂν ἄψυχα ὄντα οὕτως εἰς ἀκρίβειαν ϑαυμαστοῖς ἂν ἐχρῆτο νοῦν μὴ κεκτημένα, er vermuthete, daß sie niemals gebrauchen würden, Plat. Legg. XII, 967 b; ο ὐκ ἔχω πῶς ἀμφιςβητοίην, ὅπως οὐ πάντα ἐγὼ ἐπίσταμαι, ἐπειδήπερ ὑμεῖς φατε, Euthyd. 296 e, wie ich zweifeln oder meinen sollte, daß ich nicht Alles verstehe, wo Heindorf zu vergleichen; ὅπως ἄχϑομαι, μήδ' ὑπονοεῖτε, Xen. Cyr. 3, 3, 20; u. so bes. nach den Verbis, die ein Sorgetragen, Anordnen bedeuten, wie im Lat. ut; auch verbieten, ἀπηγόρευες, ὅπως μὴ τοῦτο ἀποκρινοίμην, Plat. Rep. I, 339 a, welche Construction auch bei den einzelnen Verbis angeführt ist, auch sich aus den folgenden Beispielen ergiebt. Denn diese Verbindungen bilden den Uebergang zu der Bdtg – 3) damit, auf daß, bei der man auch von der ursprünglichen Bdtg wie ausgehen muß. Die Conjunction ὅπως wird dann construirt, A) wenn sie von einem tempus der Gegenwart oder der Zukunft abhängig ist, auf die Zukunft bezüglich, a) c. ind. fut., ϑέλγει, ὅπως Ἰϑάκης ἐπιλήσεται, sie liebkos't ihn, damit er Ithaka's vergessen soll, Od. 1, 57; häufig bei den Attikern, ὅπως δ' ὅμαιμον αἷμα μὴ γενήσεται, δεῖ κάρτα ϑύειν, Aesch. Suppl. 444; ὅπως χρονίζον εὖ μενεῖ βουλευτέον, Ag. 821; auch nach imperat. aor., ἀγγείλατ' ἐντολὴν ὅπως Τελαμῶνι δείξει, Soph. Ai. 564; auch δέδοιχ' ὅπως μὴ 'κ τῆς σιωπῆς τῆςδ' ἀναῤῥήξει κακά, O. R. 1074; τρέψομαι, ὅπως βασανιῶ, Ar. Ran. 1117; ποίεε, ὅκως ἐκείνην ϑεήσεαι, Her. 1, 8; σοὶ μελέτω, ὅκως μή σε ὄψεται, ibid. 9; φόβος ἐστίν, ὅπως μὴ αὖϑις διασχισϑησόμεϑα, Plat. Conv. 193 a; aber ib. 174 e, εἰς καλὸν ἥκεις, ὅπως συνδειπνήσεις, haben die mss. συνδειπνή. σῃς; vgl. mit ähnlichen Varianten Rep. III, 403 b VI, 488 d; wenn sich auch Dawes' Regel, daß der conj. des aor. I. act. u. med. nicht gebraucht werde in dieser Verbindung, nicht durchweg bestätigt, so sind doch die Beispiele mit dem ind. fut. bei weitem überwiegend; vgl. Krüger zu Xen. An. 1, 3, 14, u. sonst in Prosa überall, bes. nach ἐπιμελεῖσϑαι, παρασκευάζεσϑαι, πάντα ποιεῖν, σκοπεῖσϑαι, φυλάσσειν u. ähnl., wo meist die Grundbedeutung von ὅπως noch merklich hervortritt. – b) cum conj.; λεύσσει, ὅπως ὄχ' ἄριστα μετ' ἀμφοτέροισι γένηται, Il, 3, 110; περιφραζώμεϑα πάντες νόστον, ὅπως ἔλϑῃσι, Od. 1, 76; λίσσεσϑαι δέ μιν αὐτόν ( inf. für den imperat.), ὅπως νημερτέα εἴπῃ, 3, 19, vgl. 13, 365. 14, 181. 23, 117; βλέπει φάος, ὅπως κατελϑὼν ἀμφοῖν γένηται φονεύς, Aesch. Ag. 1631; u. neben dem indic. fut., σιγᾶϑ' ὅπως μὴ πεύσεταί τις, γλώσσης χάριν δὲ πάντ' ἀπαγγείλῃ τάδε, Ch. 263; ἥξομεν πάλιν, ὅπως φέρωμεν, Soph. El. 58, vgl. Ai. 6 El. 382; φρουρήσουσ' ὅπως Αἴγισϑος ἡμᾶς μὴ λάϑῃ μολὼν ἔσω, 1394; ἄρδω σ' ὅπως ἀναβλαστάνῃς, Ar. Lys. 384; ποίεε ὅκως μοι καταστήσῃς τὸν παῖδα, Her. 1, 209; vgl. Plat. Gorg. 495 e 515 c u. das unter a) Bemerkte; δεῖ πειρᾶσϑαι, ὅπως καλῶς νικῶντες σωζώμεϑα, Xen. An. 3, 2, 3; bemerke ὅκως ποιήσωσι Her. 2, 120; ὅπως μὴ βουλεύσησϑε Thuc. 1, 72; ὅπως μὴ βοηϑήσωσιν 4, 66; Folgde. – Eben so nach imper. u. conj. hortat., des aor., ἀποσταϑῶμεν, ὅπως δοκῶμεν τῶνδ' ἀναίτιαι κακῶν, Aesch. Ch. 860; μέϑες τόδ' ἄγγος νῦν, ὅπως τὸ πᾶν μάϑῃς, Soph. Phil. 1196; δὸς ὅπως ἐμαυτὴν ξὺν τῇδε κλαύσω κἀποδύρωμαι, El. 11101 φάνηϑι, ὅπως μοι Νύσια ὀρχήματα ἰάψῃς, Ai. 685; u. nach einem perf., ἱκέτις ἀφῖγμαι, ich bin da, ὅπως λύσιν τίν' ἧμιν εὐαγῆ πόρῃς, O. R. 921. – c) zu dem conj. tritt noch ἄν od. κέν; πείρα, ὅπως κεν δὴ σὴν πατρίδα γαῖαν ἵκηαι, wo noch die Bdtg wie sichtbar ist, wie du immer gelangen magst, d. i. damit du gelangest, Od. 4, 545; ὅπως δ' ἂν εἰδῇ φράσω, Aesch, Prom. 826; φύλασσε τἂν οἴκῳ καλῶς, ὅπως ἂν ἀρτίκολλα συμβαίνῃ τάδε, Ch. 573, daß sich wa möglich Alles gut vereine, vgl. Eum. 543. 984 Suppl, 239; ἴσϑι πᾶν τὸ δρώμενον, ὅπως ἂν εἰδὼς ἧμιν ἀγγείλῃς σαφῆ, Soph. El. 41, vgl. Trach. 615 O. C. 581; auch in Prosa, ἐπιμελοῦνται ὃπως ἂν οἱ νέοι μηδὲν κακουργῶσι, eigtl. wie immer die Jüngeren nichts Böses thun möchten, Plat. Prot. 326 a (nach ἐπιμελεῖσϑαι auch ὅπως mit ἄν u. ont., opt. pot., ἐπιμελεῖται, ὅπως ἂν ϑηρῷεν, Xen. Cyr. 1, 2, 10; Thuc. 7, 65; s. auch unter 1); μηχανητέον, ὅπως ἂν διαφύγῃ καὶ μὴ δῷ δίκην, Gorg. 481 a, vgl. Phaedr. 239 b Phaed. 59 e Conv. 187 e Rep. III, 411 e; so schreibt Krüger Xen. An. 7, 4, 2 τὴν λείαν ἀπέπεμψε, ὅπως ἂν μισϑὸς γένηται τοῖς στρατιώταις, wo der conj. nach dem aor. zu bemerken. – B) nach einem Präteritum, auf Vergangenes bezüglich, cum op tat.; οὔτε ποτ' εἰν ἀγορῇ δίχ' ἐβάζομεν ἀλλ' ἕνα ϑυμὸν ἔχοντε φραζόμεϑ' (imperf.) Ἀργείοισιν ὅπως ὄχ' ἄριστα γένοιτο, Od. 3, 127; ἡ δὲ μάλ' ἡνιόχευεν, ὅπως ἅμ' ἑποίατο πεζοί, 6, 119, vgl. 8, 345. 420; nach dem aor., οὐδ' ἐνόησα νηὸς ἐμῆς ἐπιβᾶσαν, ὅπως τί μοι ἄλγος ἀλάλκοις, 13, 319, die Absicht der Athene beim Besteigen des Schiffes aussprechend, vgl. 14, 312. 18, 160; ἐϑρέψατο, ὅπως γένοισϑε πρὸς χρέος τόδε, Aesch. Spt. 20, vgl. Eum. 640; auch nach dem historischen Präsens, ἐνταῦϑα πέμπει τούςδ' ὅπως κτείνοιεν, Pers. 442; ἀφικόμην, ὅπως σοῦ πρὸς δόμους ἐλϑόντος εὖ πράξαιμί τι, Soph. O. R. 1005; O. C. 1307; τῶν λόγων ἐπῃσϑόμην πρὸς ἔξοδον στείχουσα, – ὅπως ἱκοίμην, Ant. 1170; – auch nach einem vorangehenden optat., γενοίμαν, ὅπως προςείποιμεν, Ai. 1200; – inlängerer indirecter Rede, Trach. 951; – διώρυχα ὀρύσσειν μηνοειδέα, ὅκως ἐς τὰ ἀρχαῖα ἐςβάλλοι, Her. 1, 75. 99; Plat. Prot. 321 a Tim. 77 e; τὸν Κῦρον ἀπεκάλει, ὅπως τὰ ἐν Πέρσαις ἐπιχώρια ἐπιτελοίη, Xen. Cyr. 1, 4, 25; ἐκάλεσέ τις αὐτόν, ὅπως ἴδοι τὰ ἱερά, An. 2, 1, 9, öfter; auch nach einem historischen Präsens, 4, 6, 1; ἀπεκρίνατο, ὅτι αὐτῷ μέλοι ὅπως καλῶς ἔχοι, 1, 8, 13, vgl. 7, 7, 44, er werde dafür sorgen, daß es gut sein solle. – C) nach einem indicat. der Nichtwirklichkeit, oder einem denselben vertretenden Satze, c. ind. impf. u. aor.; εἴϑ' εἶχε φωνὴν εὔφρονα, ὅπως μὴ κινυσσόμην, Aesch. Ch. 194; τί δῆτ' οὐκ ἐν τάχει ἔῤῥιψ' ἐμαυτήν, ὅπως τῶν πάντων πόνων ἀπηλλάγην, damit ich befrei't worden wäre, Prom. 751; ὡς ὤφελον πάροιϑεν ἐκλιπεῖν βίον, πρὶν ἐς ξένην σε γαῖαν ἐκπέμψαι, ὅπως ϑανὼν ἔκεισο, Soph. El. 1123; οὐκ οὖν ἐχρῆν σε Πηγάσου ζεῦξαι πτερόν, ὅπως ἐφαίνου τοῖς ϑεοῖς τραγικώτερος, Ar. Pax 136. – Aus dem Vorhergehenden erklärt sich der absolute Gebrauch von ὅπως. Wie man nämlich sagt ὅρα, ὅκως μή σευ ἀποστήσονται, Her. 3, 36, siehe zu, nimm dich in Acht, daß sie nicht von dir abfallen, so wird auch ὅπως μή c. conj. od. fut. indicat. absolut gebraucht, warnend od. verbietend, daßnurnichtetwa, 6, 85; ὅπως γε μὴ ὁ σοφιστὴς ἐξαπατήσει ἡμᾶς, Plat. Prot. 313 c, wo wieder die mss. alle ἐξαπατήσῃ haben (vgl. oben a); ὅπως μὴ λήσετε διαφϑαρέντες, Gorg. 487 d; ἀλλ' ὅπως μὴ οὐχ οἷός τ' ἔσομαι, Rep. VI, 406 d; vgl. τόδε σκεψώμεϑα, ὅπως μὴ ἡμᾶς τὰ πολλὰ ταῦτα ὀνόματα ἐξαπατᾷ, Crat. 439 b; εὐλαβούμενοι, ὅπως μὴ ἐγὼ ἐξαπατήσας οἰχήσομαι, Phaed. 91 e; ὅπως οὖν μὴ ἀπολῇ μαστιγούμενος, Xen. Cyr. 1, 3, 18, vgl. 4, 1, 16, öfter; ὅπως οὖν ἔσεσϑε ἄνδρες ἄξιοι τῆς ἐλευϑερίας, ohne vorangehendes Verbum, daß ihr euch nun auch als Männer zeigt, welche der Freiheit würdig sind, An. 1, 7, 3; ἄγε ὅπως πρωῒ παρέσῃ, Cyr. 5, 2, 21; vgl. Ar. Nubb. 489; also auch ohne Negation, aufmunternd; ὅπως μηδεὶς πεύσεται, Lys. 1, 21.

    Griechisch-deutsches Handwörterbuch > ὅπως

  • 2 ὅπως

    ὅπως, [dialect] Ep. also and [dialect] Aeol. [full] ὅππως, [dialect] Ion. [full] ὅκως, [dialect] Dor. [full] ὁπῶς acc. to A.D.Adv.173.11: correlat. to ὡς and πῶς.
    A ADV. OF MANNER, Relat. as, in such manner as, and with interrog. force how, in what manner, rarely indef., v. infr. A. V.
    B FINAL CONJUNCTION, in such a manner that, in order that.
    A ADV. OF MANNER, how, as:
    I Relat. to ὥς or οὕτως (like ὡς), in such manner as, as:
    1 with the ordinary Constr. of the Relat.:
    a with ind.,

    ἦ τοι νόστον, ὅπως φρεσὶ σῇσι μενοινᾷς, ὥς τοι Ζεὺς τελέσειεν Od.15.111

    ;

    οὕτως ὅ... S.Tr. 330

    ;

    ὧδ' ὅ. Id.El. 1301

    ;

    οὕτως ὅ. δύνανται Th.7.67

    : sts. an analogous word replaces the antec. Adv., με τοῖον ἔθηκεν, ὅπως (for οἷον)

    ἐθέλει Od.16.208

    : freq. without any antec. expressed, ἔλθοι ὅ... ἐθέλω (sc. αὐτὸν ἐλθεῖν) 14.172 ;

    ἔρξον ὅ. ἐθέλεις Il.4.37

    , Od.13.145 ;

    χρῶ ὅ. βούλει X.Cyr.8.3.46

    ; ποίει ὅ. ἄριστόν σοι δοκεῖ εἶναι ib.4.5.50 ; ὅ. ἔχω as I am, on the spot, S. Ph. 819.
    b with [tense] fut. ind., esp. after Verbs of seeing, providing, taking care.., in the manner in which, how, that,

    οἱ Περσικοὶ νόμοι ἐπιμέλονται ὅπως μὴ τοιοῦτοι ἔσονται οἱ πολῖται X.Cyr.1.2.3

    ;

    ποιέειν ὅκως μηκέτι κεῖνος ἐς Ἕλληνας ἀπίξεται Hdt.5.23

    ;

    ἐφρόντιζον ὅκως μὴ λείψομαι τῶν πρότερον γενομένων Id.7.8

    .ά, cf. Pl.Ap. 29e ;

    ἔπρασσον ὅπως τις βοήθεια ἥξει Th.3.4

    ;

    τοῦτο μηχανᾶσθαι ὅπως ἀποφεύξεται πᾶν ποιῶν θάνατον Pl.Ap. 39a

    ;

    τούτου στοχαζόμενοι, ὅπως.. ἔσονται Id.Grg. 502e

    (cf. infr.111.1 b, etc.): this [tense] fut. ind. may become opt. after a historical tense,

    ἐπεμελεῖτο ὅπως μήτε ἄσιτοι μήτε ἄποτοί ποτε ἔσοιντο X.Cyr.8.1.43

    , cf. HG7.5.3, Cyr.8.1.10, Oec.7.5, Ages.2.8 ; and ὅπως is freq. used interchangeably with such forms as δι' ὧν, ὅτῳ τρόπῳ, etc.,

    εἰσηγοῦνται μὴ δι' ὧν.. ἀσκήσουσιν, ἀλλ' ὅπως.. δόξουσι Isoc.1.4

    , cf. Th.6.11: this sense easily passes into a final sense, so that,

    τοῦτο ἀπόβαλε οὕτω ὅκως μηκέτι ἥξει Hdt.3.40

    ; οὕτω δ' (sc. ποίει)

    ὅπως μήτηρ σε μὴ 'πιγνώσεται S.El. 1296

    , cf. Ar.Ra. 905, X.Cyr.4.5.25, HG 2.4.17 ; v. infr. B.
    2 with ἄν ([dialect] Ep. κε ) and subj. in indefinite sentences, in whatever way, just as, however,

    ὅππως κεν ἐθέλῃσιν Il.20.243

    (but ὅπως ἐθέλῃσιν (without κε) Od.1.349, 6.189) ;

    οὕτως ὅκως ἂν καὶ δυνώμεθα Hdt.8.143

    ;

    οὕτως ὅπως ἂν αὐτοὶ βούλωνται X.Cyr.1.1.2

    , cf. IG22.1.13 (v B. C.), Pl.Phd. 116a, Smp. 174b, etc.
    b with opt. after historical tenses,

    οὕτως ὅ. τύχοιεν Th.8.95

    ;

    ὅ. βούλοιντο X.HG 2.3.13

    ; in a gnomic statement,

    εἰκῇ κράτιστον ζῆν ὅ. δύναιτό τις S. OT 979

    : when ἄν appears with the opt., it belongs to the Verb and not to ὅπως, ὅ. ἄν τις ὀνομάσαι τοῦτο however one might think fit to call it, D.13.4.
    3 a very common phrase is οὐκ ἔστιν ὅ. ( οὐκ ἔσθ' ὅπως ) there is no way in which.., it cannot be that,

    οὐκ ἔστι ὅκως κοτὲ σοὺς δέξονται λόγους Hdt.7.102

    , cf. Ar.Pl.18, D.18.208, al.; so οὐκ ἔστιν ὅ. οὐ, fieri non potest quin,

    οὐκ ἔσθ' ὅ. οὐ πιστὸν ἐξ ὑμῶν πτερὸν ἐξήγαγ' S.OC97

    , cf. Ar.Ach. 116, Eq. 426, Th. 882, Pl.Ap. 27e ; οὐδαμῶς ὅ. οὐ, in answer, it must positively be so, Id.Tht. 160d ; so also

    οὐκ ἂν γένοιτο τοῦθ' ὅ... οὐ φανῶ S.OT 1058

    ; οὐ γὰρ γένοιτ' ἄν, ταῦθ' ὅ. οὐχ ὧδ' ἔχειν (anacoluth. for ἔχει or ἕξει) Id.Aj. 378 : so in questions, ἔσθ' ὅ... ἔλθωμεν; Ar.V. 471 (v.l. -οιμεν) ; ἔστιν οὖν ὅ. ὁ τοιοῦτος φιλοσοφήσει; Pl.R. 495a, cf. Phdr. 262b, Tht. 154c : so, besides ind. of all tenses, οὐκ ἔσθ' ὅ. may be folld. by opt. with

    ἄν, οὐ γάρ ἐσθ' ὅπως μί' ἡμέρα γένοιτ' ἂν ἡμέραι δύο Ar.Nu. 1181

    , cf. V. 212, Isoc.12.156, Pl.La. 184c: by ind. with

    ἄν, οὐκ ἔστιν ὅπως ἂν.. κατέστησαν Isoc. 15.206

    , cf. D.33.28 : ἄν is omitted in

    οὐκ ἔσθ' ὅπως λέξαιμι A.Ag. 620

    , cf. E.Alc.52, Ar.V. 471 (v.l. ἔλθωμεν).
    4 in Trag., etc., like ὡς in comparisons,

    κῦμ' ὅπως A.Pr. 1001

    ;

    γῄτης ὅπως S.Tr.32

    , cf. 442, 683 ;

    ὅπως δρῦν ὑλοτόμοι σχίζουσι κάρα Id.El.98

    (anap.) ; ὅπως ἁ πάνδυρτος ἀηδών ib. 1076 (lyr.), cf. Ph. 777, E.Andr. 1140 ;

    ὅκως τις καλλίης κάτω κύπτων Herod.3.41

    ; so in [dialect] Locr. Prose,

    ὅπω (ς) ξένον IG9(1).334.2

    (V B.C.).
    5 like ὡς or ὅτι, with [comp] Sup. of Advs.,

    ὅ. ἄριστα A.Ag. 600

    , IG12.44.8, etc.; ὅ. ἀνωτάτω as high up as possible, Ar. Pax 207 ; in full, οὕτως ὅ. ἥδιστα (sc. ἔχει) S.Tr. 330.
    6 with a gen. added, σοῦσθε ὅ. ποδῶν run as you are off for feet, i. e. as quick as you can, A.Supp. 837 (lyr., where however < ἔχετε> shd. prob. be added); v. infr. 111.10, ἔχω (A) B. 11.2b.
    7 sts. of Time, when,

    Τρῶες.. ὅπως ἴδον αἷμ' Ὀδυσῆος.., ἐπ' αὐτῷ πάντες ἔβησαν Il.11.459

    , cf. 12.208, Od.3.373: freq. in Hdt. with opt., whenever,

    ὅκως μὲν εἴη ἐν τῇ γῇ καρπὸς ἁδρός 1.17

    , cf. 68, 100, 162, 186, 2.13, 174, al.: in Trag. and Com., A.Pers. 198, S.El. 749, Tr. 765, Ar.Nu. 60 : with [comp] Sup. of Advs.,

    ὅ. πρῶτα

    as soon as,

    Hes.Th. 156

    ;

    ὅ. ὤκιστα Thgn.427

    ;

    ὅ. τάχιστα A.Pr. 230

    .
    8 of Place, where, dub. in Herod.3.75.
    II ὅπως is sts. used to introduce the substance of a statement, after Verbs of saying, thinking, or perceiving, that, how,

    λόγῳ ἀνάπεισον ὅκως.. Hdt.1.37

    ;

    οὐδὲ φήσω ὅκως.. Id.2.49

    , cf. 3.115, 116 ;

    τοῦτ' αὐτὸ μή μοι φράζ', ὅπως οὐκ εἶ κακός S.OT 548

    , cf. Ant. 223, Pl.Euthd. 296e ; after ἐλπίζειν, S.El. 963, E.Heracl. 1051 ; after Verbs of emotion, ἐμοὶ δ' ἄχος.., ὅπως δὴ δηρὸν ἀποίχεται grief is mine, when I think how.. (i. e. that..), Od.4.109, cf. S.Ph. 169 (lyr.); after θαυμάζω freq. in [dialect] Att.,

    θαυμάζω ὅ. ποτὲ ἐπείσθησαν Ἀθηναῖοι X.Mem.1.1.20

    , cf. Pl.Cri. 43a.
    2 οὐχ ὅ... ἀλλὰ or ἀλλὰ καὶ.. is not only not.. but.., and is expld. by an ellipsis of λέγω or ἐρῶ (cf. ὅτι IV), οὐχ ὅ. κωλυταὶ.. γενήσεσθε, ἀλλὰ καὶ.. δύναμιν προσλαβεῖν περιόψεσθε not only will you not become.., but you will also.., Th.1.35, cf. X.HG5.4.34, D.6.9 ;

    οὐχ ὅ. ὑμῖν τῶν αὑτοῦ τι ἐπέδωκεν, ἀλλὰ τῶν ὑμετέρων πολλὰ ὑφῄρηται Lys.30.26

    ;

    οὐχ ὅ. τούτων χάριν ἀπέδοσαν, ἀλλ' ἀπολιπόντες ὑμᾶς εἰς τὴν Λακεδαιμονίων συμμαχίαν εἰσῆλθον Isoc.14.27

    , cf. D.18.131, 53.13 ;

    οὐ γὰρ ὅπως.., ἀλλὰ καὶ.. Id.21.11

    ;

    οὔκουν ὅπως.., ἀλλὰ.. X.Cyr.8.2.12

    ; also

    οὐχ ὅ..., ἀλλ' οὐδέ.., οὐχ ὅ. ἀδικοῦντες, ἀλλ' οὐδ' ἐπιδημοῦντες ἐφυγαδευόμεθα Id.HG2.4.14

    ;

    οὐχ ὅ. τῆς κοινῆς ἐλευθερίας μετέχομεν, ἀλλ' οὐδὲ δουλείας μετρίας τυχεῖν ἠξιώθημεν Isoc.14.5

    ;

    διμοιρίαν λαμβάνων ἐν ταῖς θοίναις οὐχ ὅπως ἀμφοτέραις ἐχρῆτο, ἀλλὰ διαπέμπων οὐδετέραν αὑτῷ κατέλειπε X.Ages.5.1

    ;

    οὐχ ὅ. ζημιοῦν, ἀλλὰ μηδ' ἀτιμάζειν.. Th.3.42

    : so sts. μὴ ὅ. (where an imper. must be supplied), μὴ ὅ. ὀρχεῖσθαι ἀλλ' οὐδὲ ὀρθοῦσθαι ἐδύνασθε do not think that you could dance = so far from being able to dance, X.Cyr.1.3.10.
    b οὐχ ὅ. rarely follows another clause, to say nothing of.., let alone..,

    πεπαύμεθ' ἡμεῖς, οὐχ ὅ. σε παύσομεν S.El. 796

    ; μηδ' ἐμπίδα, οὐχ ὅπως ταῦρον ἔτι ἄρασθαι δυνάμενος.. let alone a bull, Luc.Cont.8, cf. Prom.8, Pr.Im.7, Pisc. 31.
    III in in direct questions, how, in what way or manner:
    1 with ind.,
    a

    ἔσπετε νῦν μοι ὅππως δὴ.. πῦρ ἔμπεσε νηυσίν Il.16.113

    ;

    εἴπ' ἄγε μ'.. ὅππως τούσδ' ἵππους λάβετον 10.545

    ;

    εὖ μοι κατάλεξον ὅπως ἤντησας Od.3.97

    ;

    ὅπως ἠφανίσθη οὐδὲ λόγῳ εἰκότι δύνανται ἀποφαίνειν Antipho 5.26

    ;

    Ἀλκιβιάδης ἀνήχθη.. ἐπὶ κατασκοπὴν.. τοῦ οἴκαδε κατάπλου ὅπως ἡ πόλις πρὸς αὐτὸν ἔχοι X.HG1.4.11

    ;

    οὐδέ τί πω σάφα ἴδμεν ὅπως ἔσται τάδε ἔργα Il.2.252

    , etc.
    2 with deliberative subj. after Verbs of deliberation, taking care, and the like ,

    λεύσσει ὅπως ὄχ' ἄριστα.. γένηται Il.3.110

    ; ἐνόησεν (gnomic [tense] aor.)

    ὅππως κέρδος ἔῃ 10.225

    ;

    ἀλλ' ἄγεθ' ἡμεῖς οἵδε περιφραζώμεθα πάντες νόστον ὅπως ἔλθῃσι Od.1.77

    , cf. 13.365 ;

    οὐκ οἶδ' ὅπως.. φῶ S.OT 1367

    , cf. Aj. 428, Lys.8.5, Pl.Men. 91d ;

    ἐπιμελητέον ὅπως τρέφωνται οἱ ἵπποι X.Eq.Mag.1.3

    , cf. Oec.7.36,37,9.14, 15.1, Pl.Grg. 515c.—Sts. the [tense] fut. and subj. are conjoined without difference of meaning,

    ἐπράττετο γὰρ.., πρῶτον μὲν ὅπως μὴ περιμείνητε.., δεύτερον δὲ ὅπως ψηφιε̄σθε.., τρίτον δὲ ὅπως μὴ ἔσται Aeschin.3.65

    , cf. X. Ages.7.7, Mem.2.2.10.—On ὅπως ἄν (κεν), v. infr. 5.
    3 with opt. after tenses of past time, τῶν ἀδῄλων ὅπως ἀποβήσοιτο ib.1.3.2, etc.: after Verbs of deliberation, being virtually orat. obliq., μερμήριξε.. Ἥρη ὅπως ἐξαπάφοιτο (orat. rect. πῶς ἐξαπάφωμαι;) Il.14.160 ;

    μερμήριζεν ὅπως ἀπολοίατο πᾶσαι νῆες Od.9.554

    , cf. 420 ;

    οὐ γὰρ εἴχομεν.. ὅπως δρῶντες καλῶς πράξαιμεν S.Ant. 271

    ;

    ἐπεμελήθημεν ὅπως ἐξαλειφθείη αὐτῷ τὰ ἁμαρτήματα Lys.6.39

    , cf. 13.32, X.Cyr.6.2.11.
    4 with opt. and ἄν freq. expressing a wish, which in orat. rect. would be expressed by

    πῶς ἄν, σκόπει ὅ. ἂν ἀποθάνοιμεν ἀνδρικώτατα Ar.Eq.81

    (v.l. ἀποθάνωμεν), cf. Nu. 760 ;

    βουλευόμενοι ὅ. ἂν τὴν ἡγεμονίαν λάβοιεν τῆς Ἑλλάδος X.HG7.1.33

    , cf. Cyr.2.1.4 ; τῶν ἄλλων ἐπιμελεῖται ὅ. ἂν θηρῷεν (v.l. -ῶσιν) ib.1.2.10: the opt. with ἄν and subj. sts. appear in consecutive clauses, Id.HG3.2.1.
    5 ὅπως ἄν (κεν) with the subj. is used after imper. or inf. used as imper.,

    πείρα ὅπως κεν δὴ σὴν πατρίδα γαῖαν ἵκηαι Od.4.545

    ;

    φράζεσθαι.., ὅππως κε μνηστῆρας.. κτείνῃς 1.295

    ;

    σκοπεῖτε.., ὅ. ἂν ὑμῖν πρᾶγος εὖ νικᾷ τόδε A.Supp. 233

    , etc.;

    φύλασσε.. ἔπειθ' ὅ. ἂν.. ἡ χάρις.. ἐξ ἁπλῆς διπλῆ φανῇ S.Tr. 618

    , cf. E.IA 539 : in Prose,

    ἐπιμεληθῆναι ὅ. ἂν.. X.Cyr.8.3.6

    , cf. Pl.Prt. 326a;

    μηχανᾶσθαι Id.Phdr. 239b

    , Grg. 481a, cf. Ar.Eq. 917.
    6 rarely c. inf.,

    ἐπιμελήθητε προθύμως ὅπως διπλάσια.. σῖτα καὶ ποτὰ παρασκευασθῆναι X.Cyr.4.2.37

    (v.l. -εσκευασμένα ᾖ), cf. Oec.7.29, HG6.2.32; so later ὅπως παρακολουθῆμεν ([dialect] Dor. inf.) Supp.Epigr.1.170.18 (cf. p.138, Delph., ii B. C.); ὅπως.. ἔχειν, ὅπως.. εἴργεσθαι, D.S.20.4,85;

    ὅπως πέμπιν PTeb.315.30

    (ii A. D.).
    7 after Verbs of fear and caution, ὅπως and ὅπως μή are used with [tense] fut. ind. or [tense] aor. subj. :— the readings are freq. uncertain: the following (among others) are made certain either by the metre or the form,
    a with [tense] fut. ind.,

    δέδοιχ' ὅπως μὴ τεύξομαι Ar.Eq. 112

    ;

    παντὶ λόγῳ ἀντιτείνετε εὐλαβούμενοι ὅπως μὴ.. οἰχήσομαι Pl.Phd. 91c

    ;

    φόβος.. ἔστιν.. ὅπως μὴ αὖθις διασχισθησόμεθα Id.Smp. 193a

    : sts. the preceding Verb is omitted,

    ὅπως μὴ οὐκ.. ἔσομαι Id.Men. 77a

    .
    b with [tense] aor. subj.,

    τὴν θεὸν δ' ὅ. λάθω δέδοικα E.IT 995

    ;

    φυλάττου, ὅ. μὴ εἰς τοὐναντίον ἔλθῃς X.Mem.3.6.16

    : rarely with [tense] pres.,

    οὐ φοβεῖ ὅ. μὴ ἀνόσιον πρᾶγμα τυγχάνῃς πράττων Pl.Euthphr.4e

    : sts. the preceding Verb is omitted, with [tense] aor. subj.,

    ὅκως μή τι ὑμῖν πανώλεθρον κακὸν ἐς τὴν χώρην ἐσβάλωσι Hdt.6.85

    : with [tense] pres. subj.,

    ὅπως μὴ.. ᾖ τοῦτο Pl.Cra. 430d

    .
    c with opt. representing subj. after a historical tense, X. Mem.2.9.3.
    8 this Constr. is used in admonitions or commands: in the orig. Constr. a Verb implying caution or circumspection precedes,

    ὅρα ὅκως μή σευ ἀποστήσονται Πέρσαι Hdt.3.36

    ;

    ἄθρει.. ὅπως μὴ ἐκδύσεται Ar.V. 141

    ; τηρώμεσθ' ὅπως μὴ.. αἰσθήσεται ib. 372 : but this came to be omitted, and ὅπως or ὅπως μή with [tense] fut. ind. or [tense] aor. subj. are exactly = the imper.,

    ἔμβα χὤπως ἀρεῖς Id.Ra. 378

    (lyr.): most freq. with [tense] fut. ind., ὅκως λόγον δώσεις τῶν μετεχείρισας χρημάτων, = δίδου λόγον, Hdt.3.142 ; ὅπως παρέσει μοι, = πάρισθι, Ar.Av. 131 ;

    ὅπως πετήσει Id. Pax77

    , cf. X.An.1.7.3, Lys.1.21, 12.50, Pl.Grg. 489a, etc.: rarely with I pers.,

    ὁποῖα κισσὸς δρυός, ὅπως τῆσδ' ἕξομαι E.Hec. 398

    , cf. Ar.Ec. 297 (lyr.): very rarely with [tense] aor. subj.,

    ὅπως μή τι ἡμᾶς σφήλῃ Pl.Euthd. 296a

    codd.;

    ὅπως μὴ.. ἐξαπατήσῃ Id.Prt. 313c

    ;

    ὅπως μὴ ποιήσητε D.4.20

    codd.—The codd. freq. vary, as between διδάξεις and

    - ξῃς Ar.Nu. 824

    ; τιμωρήσονται and

    - ωνται Th.1.56

    ; πράξομεν and - ωμεν ib.82 ; θορυβήσει and

    - σῃ D.13.14

    , etc.—Since the [tense] fut. is frequently, and the [tense] aor. (whether 1 or 2) rarely guaranteed by metre or form, the [tense] aor. 1 forms shd. prob. be rejected, both in signf. 7 and 8, in cases where codd. vary.
    9 as the echo to a preceding πῶς; in dialogue, A καὶ πῶς; B ὅπως; [do you ask] how? Ar. Eq. 128; A πῶς με χρὴ καλεῖν; B ὅπως; Id.Nu. 677, cf. Pl. 139.
    10 with a gen. (v. supr. 1.6),

    οὐκ οἶδα παιδείας ὅπως ἔχει καὶ δικαιοσύνης

    in the matter of..,

    Pl.Grg. 470e

    , cf. R. 389c.
    IV in direct questions, how? ἔπραξας ὅπως; Jul.Ep.82p.106B.-C.; cf. ὅστις.
    V indef., anyhow, τὸ οὐδ' ὅ. the expression 'not at all', Pl.Tht. 183b (v.l. οὐδ' οὕτως).
    B FINAL CONJUNCTION, that, in order that, the original notion of modality being merged in that of purpose or design, cf. ἵνα, with which it is sts. interchanged, Antipho 1.23 and 24, And.3.14, Lycurg. 119 sq.:—in early [dialect] Att. Inscrr. only ὅπως ἄν is used, IG12.39.19, al. ; ὅπως without ἄν only once in cent. iv B. C., ib.22.226.42 (343 B.C.), after which it becomes gradually prevalent:
    1 with subj.,
    a after primary tenses, or after subj. or imper.,

    τὸν δὲ μνηστῆρες.. λοχῶσιν, ὅπως ἀπὸ φῦλον ὄληται Od.14.181

    , cf. A.Ch. 873, S.Ph. 238, El. 457, X.Mem.2.10.2, etc.
    b after historical tenses (v.

    ἵνα B. 1.1b

    ), when there is no [tense] pf. form, or when the [tense] aor. represents the [tense] pf., ξυνελέγημεν ἐνθάδε, ὅ. προμελετήσωμεν we were convened, i. e. we have met in assembly, Ar.Ec. 117 ;

    παρήλθομεν.., ὅπως μὴ χεῖρον βουλεύσησθε Th.1.73

    ; also when the occurrence purposed is regarded from the point of view of the person purposing, ἦλθον πρεσβευσόμενοι, ὅπως μὴ σφίσι.. τὸ αὐτῶν [ναυτικὸν] ἐμπόδιον γένηται ib.31, cf. 57,65, etc.: sts. the opt. and subj. appear in consecutive clauses,

    φρυκτοὺς παρεσκευασμένους ἐς αὐτὸ τοῦτο, ὅπως ἀσαφῆ τὰ σημεῖα.. ᾖ καὶ μὴ βοηθοῖεν Id.3.22

    , cf. 6.96, 7.17.
    2 with opt. after historical tenses,

    πὰρ δέ οἱ αὐτὸς ἔστη, ὅπως.. κῆρας ἀλάλκοι Il.21.548

    ; more freq. in Od., as 13.319, 14.312, 18.160, 22.472; so in S.OT 1005, OC 1305, X.Cyr.1.4.25, Pl.Ti. 77e, etc.: after historical [tense] pres.,

    πέμπει τούσδ' ὅπως κτείνοιεν A.Pers. 450

    ;

    ἡγεμόνα πέμπει ὅπως ἄγοι X.An.4.7.19

    : after opt.,

    ἔλθοι.. ὅ. γένοιτο A.Eu. 297

    , cf. S.Aj. 1221 (lyr.).
    3 with ind.,
    a of historical tenses, where the principal clause expresses an action or obligation unfulfilled,

    εἴθ' εἶχε φωνὴν ἔμφρον' ἀγγέλου δίκην, ὅ. δίφροντις οὖσα μὴ 'κινυσσόμην A.Ch. 196

    , cf. S.El. 1134: rare in Prose,

    ἐδεξάμην ἃν.. φράσαι πρὸς ὑμᾶς.., ὅ... προῄδετε And.2.21

    ; τίς οὐκ ἂν.. ταῦτα ἐδήλωσεν, ὅ... ταῦτα ἠλέγχθη; D.36.20;

    οὐκοῦν ἐχρῆν σε Πηγάσου ζεῦξαι πτερόν, ὅ. ἐφαίνου τοῖς θεοῖς τραγικώτερος Ar. Pax 135

    ; τί.. οὐκ ἔρριψ' ἐμαυτὴν.. ὅ. ἀπηλλάγην; A.Pr. 749.
    b of [tense] fut., θέλγει, ὅ. Ἰθάκης ἐπιλήσεται (= φραζομένη ὅπως ἐ.) Od.1.57, cf. Il.1.136 ;

    [χρὴ] ἀναβιβάζειν ἐπὶ τὸν τροχὸν τοὺς ἀπογραφέντας, ὅ. μὴ πρότερον νὺξ ἔσται And.1.43

    ;

    ἐμισθώσατο τοῦτον.., ὅ. συνερεῖ D.19.316

    : sts. [tense] fut. ind. and [tense] aor. subj. are conjoined,

    σιγᾶθ', ὅ. μὴ πεύσεταί τις, ὦ τέκνα, γλώσσης χάριν δὲ πάντ' ἀπαγγείλῃ τάδε A. Ch. 265

    .
    II ὅπως c. subj. is sts. used after Verbs of will and endeavour, instead of the inf.,

    λίσσεσθαι.. ὅ. νημερτέα εἴπῃ Od.3.19

    ;

    αἰτεῖσθαι ὅ. μὴ καταψηφίσησθε Antipho 1.12

    ; δεήσεται.., ὅ. δίκην μὴ δῷ ib.23 ;

    ὅ. μὴ ἀποθάνῃ ἠντεβόλει Lys.1.29

    ; παρακελεύεσθε ὑμῖν

    αὐτοῖς ὅ... ἐξίητε Lycurg.127

    ( ἔξιτε Rehdantz): with

    ἄν, δεῖταί μου σφόδρα ὅπως ἂν οἰκουρῇ Ar.Ach. 1060

    , cf. Hdt.2.126, 3.44 ;

    διεκελεύετο ὅπως ἂν.. ἐγγράφωσί με Is.7.27

    ; so δεῖ σ' ὅ. δείξεις (for δεῖξαι), S.Aj. 556, may be expld. as ellipsis for δεῖ σ' ὁρᾶν (σκοπεῖν) ὅπως, cf. Id.Ph.55 ;

    δεῖ σ' ὅπως.. μηδὲν διοίσεις.. Cratin.108

    .

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ὅπως

  • 3 ὅπως

    ὅπως (Hom.+)
    as adv. marker of the manner in which an event develops, how, that (B-D-F §300, 1; Rob. 985) w. the aor. ind. (Jos., Bell. 1, 6; 17) ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς Lk 24:20; w. the pres. ind. (Pherecrates Com. [V B.C.], Fgm. 45 K.; Tat. 22, 2 ὅπως δεῖ μοιχεύειν) ὅπως κολάζονται 2 Cl 17:7. But here the mng. of ὅπως prob. shows a development analogous to that of πῶς in colloq. usage, which comes to resemble ὡς (so Lk 24:20 D)= ὅτι= that (X., Hier. 9, 1; Diod S 11, 46, 3; Lucian, Dial. Deor. 6, 2; BGU 846, 16 [II A.D.] γνοῦναι, ὅπως ὀφείλω=‘to know that I owe’; Dssm., LO 155, 26 [LAE 179, 28]; B-D-F §396; s. Rob. 1045).
    as a conj. marker expressing purpose for an event or state, (in order) that w. the subj. (the transition fr. 1 to 2 is observable SIG 741, 23), predom. the aor. (the fut. ind. [as early as Homer; freq. in V B.C. and later: Andocides 1, 43; Demosth. 19, 316; Herodas 7, 90; s. Meisterhans3-Schw. 255, 32; Nicol. Dam.: 90 Fgm. 16 p. 398, 5 Jac.; Hero Alex. I 368, 23 ὅπ. κινήσει; TestAbr B 1 p. 105, 4=Stone p. 58; TestJob 18:2; Jos., Ant. 11, 101] is given in several places as v.l. [e.g. Mt 26:59], but prob. should be changed everywhere to the aor. subj.).
    with numerous types of verbs (in order) that, neg. ὅπ. μή in order that … not (B-D-F §369; Rob. 985–87).
    α. without ἄν (this is the rule) after a pres. (ApcSed 16:2; Ar. 9:6; Just., A I, 47, 6 al.) Mt 5:45 (impv.); 6:2, 5; Hb 9:15; 1 Pt 2:9; 2 Cl 9:6. After a perf. Ac 9:17; Hb 2:9; Lk 16:26 (w. μή). After the impf. Ac 9:24. After the aor. vss. 2, 12; 20:16 (w. μή); 25:26; Ro 9:17ab (Ex 9:16); 1 Cor 1:29 (w. μή); Gal 1:4; 1 Cl 10:2; 35:4; after the aor. impv. (TestAbr B 13 p. 117, 12 [Stone p. 82]; TestReub 1:4; JosAs 24:5; after the aor. ptc. Demetr.: 722 Fgm. 1, 1 Jac.) Mt 2:8; 5:16; 6:4, 18 (w. μή); Ac 23:15, 23; 2 Cor 8:11 (here γένηται or ᾖ is to be supplied as the predicate of the ὅπως-clause); GJs 21:2 codd.; AcPlCor 2:16. After the plpf. J 11:57 (ὅπως is found only here in J, prob. for variety’s sake, since ἵνα is used a few words before). After the fut. Mt 23:35. In accord w. God’s purpose as revealed in Scripture, an event can be presented w. the formula (this or that has happened) ὅπ. πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τ. προφητῶν (and sim. exprs.) Mt 2:23; 8:17; 12:17 v.l.; 13:35.—Alternating w. ἵνα (s. also J 11:57 above) 2 Cor 8:14; Lk 16:27f (the ἵνα-clause gives the content of the plea; the ὅπως-clause gives the purpose of the gift requested; so also Ex 23:20; TestAbr B 10 p. 114, 10 [Stone p. 76]; ApcMos 29; Just., D. 108, 1); 2 Th 1:11f (the ἵνα-clause gives the content, the ὅπως-clause the purpose of the prayer).
    β. with ἄν and the aor. subj. (B-D-F §369, 5; Rdm.2 194; Rob. 986; EHermann, Die Nebensätze in d. griech. Dialekten 1912, 276f; JKnuenz, De enuntiatis Graecorum finalibus 1913, 13ff; 26ff; Meisterhans3-Schw. 254; Mayser II/1 p. 254 f.—X., Cyr. 8, 3, 6 ἐπιμεληθῆναι ὅπως ἂν οὕτω γένηται; Pla., Gorg. 523d; PSI 435, 19 [258 B.C.]; 438, 19; PMagd 23, 7; LXX) Mt 6:5 v.l.; Lk 2:35; Ac 3:20; 15:17 (Am 9:12 v.l.); Ro 3:4 (Ps 50:6).
    more and more replacing the inf. after verbs of asking that (B-D-F §392, 1) αἰτέομαι (Jos., Ant. 19, 288) Ac 25:3. δέομαι (Ps.-Aeschines, Ep. 3, 1; Par Jer 7, 24; 32; ApcMos 9 al.; Jos., Ant. 7, 191; 9, 9) Mt 9:38; Lk 10:2; Ac 8:24 (w. μή). ἐρωτάω (PTebt 409, 4 ff [5 A.D.]) Lk 7:3; 11:37; Ac 23:20. παρακαλέω (Jos., Ant. 8, 143) Mt 8:34 (v.l. ἵνα). προσεύχομαι or εὔχομαι (cp. PGM 3, 107; Jon 1:6; Jos., Ant. 11, 17) Ac 8:15; Js 5:16. So perh. also Phlm 6, where ὅπ. could be thought of as depending on προσεύχομαι derived in sense fr. vs. 4, unless ὅπως here=ὥστε (Archimed. I p. 16, 18 Heiberg ὅπως γένηται τὸ ἐπίταγμα al.).—Likew. after verbs of deciding (LXX) συμβούλιον λαμβάνειν ὅπ. resolve to Mt 12:14; 22:15 (D πῶς), where many scholars prefer the transl. consult with a view to. Also συμβούλιον διδόναι ὅπ. Mk 3:6.—DELG s.v. πο-. M-M.

    Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία > ὅπως

  • 4 όπως

    1. επίρρ. как;

    όπως θέλεις — как хочешь;

    όπως φαίνεται — как кажется; — как видно, видимо, судя по всему;

    όπως είναι γνωστό — как известно;

    όπως τύχει — как попало;

    όπως καί νάχει το ζήτημα — как бы то ни было;

    όπως λόγου χάρη — как например;

    2. σύνδ.
    1) как;

    άσπρος όπως το χιόνι — белый как снег;

    ίδιος όπως πρώτα — такой же, как прежде;

    2) чтобы; для того, чтобы;

    § όπως (κι') όπως — как смогли, кое-как

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > όπως

  • 5 ὅπως

    ὅπως, ὅππως: how, in order that, as. (1) indirect interrog., οὐδέ τί πω σάφα ϝίδμεν ὅπως ἔσται τάδε ϝέργα, ‘how these things will be,’ Il. 2.250; then implying purpose, φράζεο νῦν ὅππως κε πόλιν καὶ ϝάστυ σαώσεις, ‘how you are to save,’ Il. 16.144; and purely final, λίσσεσθαι δέ μιν αὐτός, ὅπως νημερτέα ϝείπῃ, ‘that he speak the truth,’ Od. 3.19.— (2) rel., as; ἔρξον ὅπως ἐθέλεις, Il. 4.37; θαύμαζεν δ' ὁ γεραιός, ὅπως ἴδεν ὄφθαλμοῖσιν, Od. 3.373; causal, Od. 4.109.

    A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό) > ὅπως

  • 6 ὅπως

    a how introducing object cl.
    I c. aor. ind.

    κατέφρασεν, ὁπᾷ ἔθυε, καὶ πενταετηρίδ' ὅπως ἄρα ἔστασεν ἑορτὰν O. 10.56

    III c. aor. opt.

    ὄφρα ἐν φρασὶ πάξαιθ' ὅπως σφίσι μὴ κοίρανος ὀπίσω πάλιν οἴκαδ Μέμνων μόλοι N. 3.62

    b = ὡς, in comparison, like ἔλαμψαν δ' ἀελίου δέμας ὅπῳ[ς] ἀγλαὸν ἐς φάος ἰόντες δίδυμοι παῖδες (supp. Maas: ὁπό[τ] G-H) Pae. 12.14

    Lexicon to Pindar > ὅπως

  • 7 ὅπως δή

    A = ὅπως, how, Il.16.113.
    II = ὁπωσοῦν, Pl.Hipparch. 232b ; so [full] ὅπως δήποτε D.3.7, 18.261 ;

    φύσει ἢ ὅ. Arist.EN 1114b14

    :— also [full] ὁπωσδηποτοῦν, Dsc.Ther.3, Eustr. in EN23.3.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ὅπως δή

  • 8 ὅπως

    ὅπως, (1) wie, auf welche Weise, so wie; ὅπως ἔχω, wie ich gerade bin, ohne Vorbereitung, sogleich; eine Bedingung für Gegenwart od. Zukunft auszudrücken, wie immer auch, quomodocunque. Selten steht es geradezu für ὡς; (a) bei Vergleichungen; (b) wie quam, den höchst möglichen Grad ausdrückend. (2) wie unser wie dient es auch (a) zur Bestimmung der Zeitumstände; (b) zur Angabe des Grundes; (c) auch zur Bildung eines Objectsatzes, bei Verbis des Sagens, Glaubens u. ähnlichen, wie auch wir zuweilen wie für daß gebrauchen; ο ὐκ ἔχω πῶς ἀμφιςβητοίην, ὅπως οὐ πάντα ἐγὼ ἐπίσταμαι, ἐπειδήπερ ὑμεῖς φατε, wie ich zweifeln oder meinen sollte, daß ich nicht alles verstehe; so bes. nach den Verbis, die ein Sorgetragen, Anordnen bedeuten, wie im Lat. ut; auch verbieten. (3) damit, auf daß; absolut gebraucht, warnend od. verbietend: daß nur nicht etwa

    Wörterbuch altgriechisch-deutsch > ὅπως

  • 9 ὁπως-δή

    ὁπως-δή, wie immer auch; Her. 1, 22; εἴτε ὅπως δὴ ἔχεις, Plat. Hipparch. 232 b.

    Griechisch-deutsches Handwörterbuch > ὁπως-δή

  • 10 όπως

    ὅπως
    as: indeclform (conj)

    Morphologia Graeca > όπως

  • 11 οπως

         ὅπως
         ὅ-πως
        I
        эп.-эол. ὅππως, ион. ὅκως adv. relat.
        1) (таким образом), как
        

    (ἔρξον ὅ. ἐθέλεις Hom.; ὅ. δύναιτό τις Soph.; οὕτως ὅ. ἂν βούλωνται Xen.)

        οὐκ ἔσθ΄ ὅ., реже οὐχ ὅ. Soph., Plat. etc. — невозможно, немыслимо;
        οὐχ ὅ. …, ἀλλὰ (καὴ) Dem. и μέ ὅ. …, ἀλλ΄ οὐδέ Xen. — не только не …, но даже не;
        ἔστιν οὖν ὅ. ὅ τοιοῦτος φιλοσοφήσει ; Plat.разве такой человек станет заниматься каким-л. образом философией?

        2) (для усиления superl.) всячески, как можно
        

    ὅ. τάχιστα Aesch. — как можно быстрее;

        ὅ. ἄριστα Plat. — как можно лучше;
        σοῦστε, ὅ. ποδῶν (sc. ἔχετε) Aesch.спешите что есть силы в ногах

        3) ( после verba dubitandi и timendi) как, что, чтобы
        

    οὐ κάτοιδ΄, ὅ. λέγεις Soph. — не понимаю, что ты говоришь;

        οὐκ οἶδ΄, ὅ. σε φῶ βεβουλεῦσθαι καλῶς Soph. — не знаю, как мне одобрить твое решение

        4) как, словно
        

    (ὅ. δρῦν σχίζειν Soph.)

        γῄτης ὅ. Soph.словно крестьянин

        II
        эп.-эол. ὅππως, ион. ὅκως conj.
        1) чтобы
        

    (ὅ. εἰδῆτε, ἐγὼ ὑμᾶς διδάξω Xen.)

        τοῦτο δεῖ μηχανᾶσθαι, ὅ. λάθῃ φίλος ὢν ἡμῖν Xen. — необходимо устроить так, чтобы осталось неизвестным, что (Гадат) - наш друг

        2) ( после verba dicendi и sentiendi = ὅτι См. οτι) что, будто
        

    ὅ. ἐγὼ ἄχθομαι ὑμᾶς τρέφων, μηδ΄ ὑπονοεῖτε Xen. — о том, будто мне тяжело кормить вас, вы и не думайте;

        οὐκ ἔχω πῶς ἀμφισβητοίην, ὅ. οὐ πάντα ἐγὼ ἐπίσταμαι Plat. — я и не собираюсь оспаривать, что я не все знаю

        3) когда, в то время как, как только
        

    (θαύμαζεν ὅ γεραιός, ὅ. ἴδεν ὀφθαλμοῖσιν Hom.)

        τὸν δ΄ ὅ. ὁρᾷ Ξέρξης Aesch. — как только Ксеркс его увидел;
        ὅ. ἄν τις πλέον ὑπερβὰς ἑβδομήκοντα ζῇ Plat.когда кто-л. переступит семидесятилетний возраст

        4) (в смысле imper.)
        

    ὅ. ταῦτα μηδεὴς πεύσεται Lys. — смотри, чтобы никто не узнал об этом;

        ὅ. ἔσεσθε ἄνδρες ἄξιοι τῆς ἐλευθερίας Xen. — окажитесь людьми, достойными свободы

    Древнегреческо-русский словарь > οπως

  • 12 ὅπως

    {нареч., 56}
    1. как, таким или каким образом;
    2. чтобы, дабы.
    Ссылки: Мф. 2:8, 23; 5:16, 45; 6:2, 4, 5, 16, 18; 8:17, 34; 9:38; 12:14, 17; 13:35; 22:15; 23:35; 26:59; Мк. 3:6; 5:23; Лк. 2:35; 7:3; 10:2; 11:37; 16:26, 28; 24:20; Ин. 11:57; Деян. 3:19; 8:15, 24; 9:2, 12, 17, 24; 15:17; 20:16; 23:15, 20, 23; 24:26; 25:3, 26; Рим. 3:4; 9:17; 1Кор. 1:29; 2Кор. 8:11, 14; Гал. 1:4; 2Фес. 1:12; Флм. 1:6; Евр. 2:9; 9:15; Иак. 5:16; 1Пет. 2:9.*

    Греческо-русский лексикон Нового Завета с номерами Стронга и греческой Симфонией > ὅπως

  • 13 Ὅπως

    Чтобы
    ὅπως

    Ελληνικά-Ρωσικά λεξικό στα κείμενα της Καινής Διαθήκης (Греческо-русский словарь к текстам Нового Завета) > Ὅπως

  • 14 ὅπως

    чтобы
    как Ὅπως

    Ελληνικά-Ρωσικά λεξικό στα κείμενα της Καινής Διαθήκης (Греческо-русский словарь к текстам Нового Завета) > ὅπως

  • 15 ὅπως

    1. как, таким (каким) образом; 2. чтобы, дабы.

    Ελληνικά-Ρωσικά λεξικό στα κείμενα της Καινής Διαθήκης (Греческо-русский словарь к текстам Нового Завета) > ὅπως

  • 16 ὅπως

    как, чтобы

    Ancient Greek-Russian simple > ὅπως

  • 17 ὅπως

    + С 36-25-69-51-83=264 Gn 12,13; 18,19; 27,4.10.19
    that, in order that [+subj.] (final cl.) Gn 27,4; id. [ἄν
    [*]+subj.] (final cl.) Gn 18,19; that [+subj.] (after verbs of asking) Jon 1,6

    Lust (λαγνεία) > ὅπως

  • 18 όπως

    (...)diğigibi

    Ελληνικό – Τουρκικό Λεξικό > όπως

  • 19 όπως

    ainsi

    Ελληνικό-Γαλλικό λεξικό > όπως

  • 20 όπως

    tak

    Ελληνικά-Τσεχικής chlovar > όπως

Look at other dictionaries:

  • όπως δη — ὅπως δή, επικ. τ. ὅππως δή (Α) επίρρ. 1. με ποιον αλήθεια τρόπο 2. οπωσούν …   Dictionary of Greek

  • ὅπως — as indeclform (conj) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όπως — (ΑΜ ὅπως, Α επικ. και αιολ. τ. ὅππως, ιων. τ. ὅκως, δωρ. τ. ὁκῶς, θεσσαλ. τ. ὅπους) Ι. (επίρρ. αναφορικό συντασσόμενο κυρίως με ορστ.) 1. με τον τρόπο που... (α. «να τό κάνεις όπως σού είπα» β. «οὐ παρασκευῆς πίστει μᾱλλον ἢ τύχης ἀποκινδυνεῡσαι… …   Dictionary of Greek

  • όπως — επίρρ. τροπ. αναφ., καθώς, με τον τρόπο που: Άσ τη βάρκα, στο κύμα όπως θέλει να τρέχει (Χατζόπουλος) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • όπως ποτέ — ὅπως ποτέ (Α) επίρρ. εν τούτοις, ωστόσο («ἀλλ ὅπως ποθ ὑπείλημμαι περὶ τούτων ἀρκεῑ μοι», Δημοσθ.) …   Dictionary of Greek

  • μη όπως — μὴ ὅπως και μὴ ὅτι (Α) (ελλειπτικές φρ.) 1. όχι μόνο να μην... αλλά ούτε να... 2. (όταν ακολουθεί το αλλά ή αρνητικό το οποίο υπάρχει ή υπονοείται) όχι απλώς («μὴ ὅτι ἰδιώτην τινά, ἀλλὰ τὸν μέγαν βασιλέα», Πλάτ.) …   Dictionary of Greek

  • Βουλεύου δὲ πρὸ ἔργου ὅπως μὴ μωρὰ πέληται. — См. С самого начала гляди и думай о конце …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • μονοτονικό — Όπως είναι γνωστό, η ελληνική πολιτεία καθιέρωσε το 1982 στη γραφή της νέας ελληνική γλώσσας το μονοτονικό σύστημα, τη χρήση δηλαδή μόνο της οξείας ως συμβόλου που υποδεικνύει τη συλλαβή που τονίζεται. Η απόφαση αυτή στηρίζεται στην ιστορία της… …   Dictionary of Greek

  • φωνόνιο — Όπως για τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα για τα οποία έχει οριστεί η ελάχιστη ποσότητα, η οποία μπορεί να πάρει μέρος στις φυσικές διαδικασίες (κβάντο ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας ή φωτόνιο), έτσι και για τα ελαστικά κύματα έγινε αναγκαίο να εισαχθεί… …   Dictionary of Greek

  • αμυντικοί μηχανισμοί — Όπως ο οργανισμός διατηρεί τη φυσικοχημική του ισορροπία με την ομοιοστασία, έτσι και ο διανοητικός μηχανισμός ακολουθεί την αρχή της σταθερότητας (Φέχνερ και Φρόιντ) για να ρυθμίζει την εισροή και την εκροή των ερεθισμών, κατά τέτοιο τρόπο ώστε… …   Dictionary of Greek

  • χὤπως — ὅπως , ὅπως as indeclform (conj) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.