Translation: from greek

χρή

Look at other dictionaries:

  • χρή — sum pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρή — (I) και χρή, ἡ, Α 1. σπαν. χρεία, ανάγκη 2. φρ. «χρῆ σται» ή «χρἦσται» (ως μέλλοντας τού ρ. χρή) θα είναι αναγκαίο. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. χρή]. (II) ΜΑ, και αιολ. τ. χρῆ Α απρόσ. (το απρμφ. με αρθρ. ως ουσ.) τὸ χρῆν η μοίρα, το πεπρωμένο αρχ. 1. είναι… …   Dictionary of Greek

  • χρῇ — χράομαι abuse pres subj mp 2nd sg (attic epic ionic) χράομαι abuse pres ind mp 2nd sg (attic epic ionic) χράομαι abuse pres subj mp 2nd sg (doric ionic) χράομαι abuse pres ind mp 2nd sg (doric ionic) χράω 1 fall upon pres subj mp 2nd sg (doric)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρῆ — χράω 1 fall upon pres imperat act 2nd sg (doric) χράω 1 fall upon imperf ind act 3rd sg (doric) χράω 2 proclaim pres imperat act 2nd sg (attic epic ionic) χράω 2 proclaim pres imperat act 2nd sg (doric ionic aeolic) χράω 2 proclaim imperf ind act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τὸ φέρον ἐκ θεοῦ καλῶς φέρειν χρὴ. — τὸ φέρον ἐκ θεοῦ καλῶς φέρειν χρὴ. См. Что Бог послал, то и наше …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Τὸν δ’ἀγαθὸν τολμᾶν χρῇ. — τὸν δ’ἀγαθὸν (νόον) τολμᾶν χρῇ. См. Попытка, не пытка, а спрос не беда …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἐν ἐλπίσι χρὴ τοὺς σοφοὺς ἔχειν βίον. — См. Надеючись и живут, и мрут …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Κᾶν με χρῆ, διὰ τοῦ πυρὸς Ἐθέλω βαδίζειν. — См. Сквозь огонь и воду …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • χρῆι — χρῇ , χράομαι abuse pres subj mp 2nd sg (attic epic ionic) χρῇ , χράομαι abuse pres ind mp 2nd sg (attic epic ionic) χρῇ , χράομαι abuse pres subj mp 2nd sg (doric ionic) χρῇ , χράομαι abuse pres ind mp 2nd sg (doric ionic) χρῇ , χράω 1 fall upon …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρήμαθ' — χρή̱ματα , χρῆμα need neut nom/voc/acc pl χρή̱ματι , χρῆμα need neut dat sg χρή̱ματε , χρῆμα need neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρήματ' — χρή̱ματα , χρῆμα need neut nom/voc/acc pl χρή̱ματι , χρῆμα need neut dat sg χρή̱ματε , χρῆμα need neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.