Translation: from greek

φωναί

Look at other dictionaries:

  • φωναί — φωνή sound fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φωνᾶι — φωνᾷ , φωνή sound fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ПОРФИРИЙ —     ПОРФИРИЙ (Πορφύριος) (232, Тир, Финикия ок. 305, Рим?), философ неоплатоник. Его имя Малх (от сир. malka, «царь», так же звали и его отца) Лонгин, у которого П. учился в Афинах, воспроизвел по гречески как Πορφύριος («царственный», позднее… …   Античная философия

  • Sappho 31 — is a poem by Ancient Greek poet Sappho of Lesbos. It is also known as phainetai moi (φαίνεταί μοι) after the opening words of its first line, or Lobel Page 31, Voigt 31, Gallavotti 2, Diehl 2, Bergk 2, after the location of the poem in various… …   Wikipedia

  • Philémon (lexicographe) — Pour les articles homonymes, voir Philémon. Philémon (en grec Φιλήμων) est le nom sous lequel nous est parvenu de manière fragmentaire un lexique du grec ancien, intitulé Λεξικόν τεχνολογικόν (Lexique systématique). La préface nous indique qu il… …   Wikipédia en Français

  • GEMITUS — ingens sonus est e profundo. Virg. de Aetna. l. 3. v. 576. Liquefactaque saxa sub auras Cum gemitu glomerant Cum nempe plenum maerore pectus in sonitum erumpit, unde iumenta sub noere gemunt, h. e. edunt sonum gravem et non clarum, uti vocem… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • MYSTERIUM — Graeca vox, paganis olim frequens, nec Scripturis Patribusque ignota. Origo nominis Hebraica, satar enim eccultare est: Mistar, aut Mister est res obscondita, secretum. Graeci Grammatici etymon varie explicant, Μυεῖν est arcanam doctrinam tradere …   Hofmann J. Lexicon universale

  • OMNES — Omnes, acclamationis formula in Senatu, apud Scriptores Historiae Aug. Vide infra Senatusconsultum. Simili in Conciliis Patrum communis consensus omnium ost endebatur: ut in Ephesino III. Γάντες οἱ Ἐπίσκοποι ἅμα ἀνεβώησαν᾿ αὗται πάντων αἱ φωναὶ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ακέραστος — η, ο (Α ἀκέραστος, ον) νεοελλ. εκείνος, στον οποίο δεν έχει προσφερθεί κέρασμα αρχ. 1. αυτός που δεν έχει ανακατευθεί με άλλον, ασυγκέραστος «ψυχὴ ἀκέραστος τόλμης» (Πλατ. Πολιτ. 310 d·) 2. γραμμ. ο ασυναίρετος «ἀκέραστοι γὰρ αἱ φωναὶ τοῡ Ι καὶ… …   Dictionary of Greek

  • επωδός — Ο όρος στην αρχαία χορική ποίηση σήμαινε την τελευταία περίοδο της τριάδας (στροφή, αντιστροφή, ε.), την οποία οι ηθοποιοί τραγουδούσαν όρθιοι. Στην κλασική μετρική, ε. ονομάστηκε ο δεύτερος και πιο σύντομος στίχος της δίστιχης στροφής και ύστερα …   Dictionary of Greek

  • καθαρός — ή, ό, θηλ. και καθαρά (AM καθαρός, ά, όν, Α δωρ. τ. κοθαρός, αιολ. τ. κόθαρός) 1. απαλλαγμένος από βρομιές, καθαρισμένος, παστρικός (α. «καθαρά ρούχα» β. «καθαρά χροΐ εἴματ ἔχοντα», Ομ. Οδ.) 2. απαλλαγμένος από κάθε ξένη ουσία, αμιγής, γνήσιος,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.