Translation: from greek

φάλαρος

Look at other dictionaries:

  • φαλαρός — having a patch of white masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φάλαρος — having a patch of white masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φάλαρος — α, ον, και φαλαρός, ά, όν, και ιων. τ. φάληρος, ον, Α (δωρ. τ.) 1. αυτός που είναι ολόκληρος ή σε ένα σημείο του λευκός («κύων ὁ φάλαρος», Θεόκρ.) 2. (το αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Φάλαρος α) όνομα κριού β) μυθ. γιος τού Άλκωνος και εγγονός τού… …   Dictionary of Greek

  • φάλαρος — φάλᾱρος , φάλαρος having a patch of white masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαλαρά — φαλαρός having a patch of white neut nom/voc/acc pl φαλαρά̱ , φαλαρός having a patch of white fem nom/voc/acc dual φαλαρά̱ , φαλαρός having a patch of white fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαλαρόν — φαλαρός having a patch of white masc acc sg φαλαρός having a patch of white neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φαλάροις — Φάλαρος having a patch of white masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φαλάροισιν — Φάλαρος having a patch of white masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φαλάρου — Φάλαρος having a patch of white masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φαλάρων — Φάλαρος having a patch of white masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φαλάρῳ — Φάλαρος having a patch of white masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.