Translation: from greek

τἀρί

  • 1 τάρι'

    Ἄρια, Ἄριος
    neut nom /voc /acc pl
    Ἄρια, Ἄριος
    neut nom /voc /acc pl
    Ἄριε, Ἄριος
    masc voc sg
    Ἄριε, Ἄριος
    masc /fem voc sg
    Ἄριαι, Ἄριος
    fem nom /voc pl
    Ἄριι, Ἄρις
    fem dat sg (epic doric ionic aeolic)
    Ἄριε, Ἄρις
    fem nom /voc /acc dual (epic doric ionic aeolic)
    ἄρια, ἄριοι
    neut nom /voc /acc pl
    ἄριε, ἄριοι
    masc voc sg
    ἄριαι, ἄριοι
    fem nom /voc pl
    ἄριαι, ἀρία
    fem nom /voc pl
    ἄριο, αἴρω
    attach: aor ind mid 2nd sg (epic doric aeolic)
    ἄριο, αἴρω
    attach: aor imperat mid 2nd sg (doric)
    ἄ̱ριο, αἴρω
    attach: aor ind mid 2nd sg (doric aeolic)
    ἔρια, ἔριον
    wool: neut nom /voc /acc pl
    ἔριο, ἔρομαι
    ask: aor imperat mid 2nd sg (doric)
    ἔριο, ἔρομαι
    ask: pres imperat mp 2nd sg (epic doric)

    Morphologia Graeca > τάρι'

  • 2 ταρί

    ἀρί, ἀρίς
    bow-drill: fem voc sg

    Morphologia Graeca > ταρί

Look at other dictionaries:

  • ταρί — Χρυσό νόμισμα, που έκοψαν οι Άραβες στη Σικελία. Ήταν σε χρήση τον 10o και τον 11o αι. Οι δύο όψεις ενός ταρίου. Οι δύο όψεις ενός ταρίου …   Dictionary of Greek

  • τἀρί — ἀρί , ἀρίς bow drill fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἄρι' — Ἄρια , Ἄριος neut nom/voc/acc pl Ἄρια , Ἄριος neut nom/voc/acc pl Ἄριε , Ἄριος masc voc sg Ἄριε , Ἄριος masc/fem voc sg Ἄριαι , Ἄριος fem nom/voc pl Ἄριι , Ἄρις fem dat sg (epic doric ionic aeolic) Ἄριε , Ἄρις fem nom/voc/acc dual (epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχευτά — ταρῑχευτά̱ , ταριχευτής embalmer masc nom/voc/acc dual ταρῑχευτά , ταριχευτής embalmer masc voc sg ταρῑχευτά , ταριχευτής embalmer masc nom sg (epic) ταριχευτός salted neut nom/voc/acc pl ταριχευτά̱ , ταριχευτός salted fem nom/voc/acc dual… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταρίχει — ταρί̱χει , τάριχος 2 dead body preserved by embalming neut nom/voc/acc dual (attic epic) ταρί̱χεϊ , τάριχος 2 dead body preserved by embalming neut dat sg (epic ionic) ταρί̱χει , τάριχος 2 dead body preserved by embalming neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχευθέντα — ταρῑχευθέντα , ταριχεύω preserve the body by artificial means aor part pass neut nom/voc/acc pl ταρῑχευθέντα , ταριχεύω preserve the body by artificial means aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχευομένων — ταρῑχευομένων , ταριχεύω preserve the body by artificial means pres part mp fem gen pl ταρῑχευομένων , ταριχεύω preserve the body by artificial means pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχευόμενον — ταρῑχευόμενον , ταριχεύω preserve the body by artificial means pres part mp masc acc sg ταρῑχευόμενον , ταριχεύω preserve the body by artificial means pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχεία — ταρῑχείᾱ , ταριχεία fem nom/voc/acc dual ταρῑχείᾱ , ταριχεία fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχείας — ταρῑχείᾱς , ταριχεία fem acc pl ταρῑχείᾱς , ταριχεία fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταριχεύει — ταρῑχεύει , ταριχεύω preserve the body by artificial means pres ind mp 2nd sg ταρῑχεύει , ταριχεύω preserve the body by artificial means pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.