Translation: from greek

τύχαι

Look at other dictionaries:

  • Τύχαι — Τύχη act fem nom/voc pl Τύχᾱͅ , Τύχη act fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυχαία — τυχαί̱ᾱ , τυχαῖος accidental fem nom/voc/acc dual τυχαί̱ᾱ , τυχαῖος accidental fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυχαίας — τυχαί̱ᾱς , τυχαῖος accidental fem acc pl τυχαί̱ᾱς , τυχαῖος accidental fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυχαίων — τυχαί̱ων , τυχαῖος accidental fem gen pl τυχαί̱ων , τυχαῖος accidental masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυχαίως — τυχαί̱ως , τυχαῖος accidental adverbial τυχαί̱ως , τυχαῖος accidental masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυχαίαν — τυχαί̱ᾱν , τυχαῖος accidental fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυχαίου — τυχαί̱ου , τυχαῖος accidental masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυχαίᾳ — τυχαί̱ᾱͅ , τυχαῖος accidental fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυχαίῳ — τυχαί̱ῳ , τυχαῖος accidental masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τύχ' — Τύχαι , Τύχη act fem nom/voc pl Τύχᾱͅ , Τύχη act fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τύχᾳ — Τύχαι , Τύχη act fem nom/voc pl Τύχᾱͅ , Τύχη act fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.