Translation: from greek

τως

Look at other dictionaries:

  • τώς — ὁ lentil masc acc pl (doric) τώς so indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τως — Α επίρρ. 1. (ως απάντηση στο ερωτ. πῶς και στο αναφ. ὡς) έτσι, κατ αυτόν τον τρόπο 2. (δωρ. τ. αντί οὗ) όπου. [ΕΤΥΜΟΛ. < οὕτως, αναλογικά προς το πῶς] …   Dictionary of Greek

  • πεφροντικό(ν)τως — Α επίρρ. με φροντίδα, με επιμέλεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < μτχ. παρακμ. πεφροντικώς, ότος τού φροντίζω] …   Dictionary of Greek

  • ποττώς — τώς , ὁ lentil masc acc pl (doric) τώς , τώς so doric (indeclform adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πράτως — πρά̱τως , πρᾶτος adverbial πρά̱τως , πρᾶτος masc acc pl (doric) πρά̱τως , πρότερος before adverbial πρά̱τως , πρότερος before masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • SIRBONIS — quae SIRBON Stephan. Serbonis Herodoto ac Diodero Siculo, Barathra Polybio, palus ingens, melius stagnum Palaestinae in Aegypti confinio inter Casinm et pelusium, in ora maris Syriaci. Dionys. Η᾿ δ᾿ ὅςςοι νοτερῇσιν ἐπ᾿ ἠϊόνεσϚι θαλάσϚης Παῤῤαλίην …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ώς — (I) και ὧς Α επίρρ. 1. (τροπ.) α) (με δεικτ. σημ.) κατ αυτόν τον τρόπο, ἔτσι («οἱ δὲ Αἰγύπτιοι ἐκ τῆς μάχης ὣς ἐτράποντο», Ηρόδ.) β) παραδείγματος χάριν 2. φρ. «καὶ ὣς» και με όλα αυτά (Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Το δεικτικό επίρρ. ὥς ανάγεται σε ΙΕ τ.… …   Dictionary of Greek

  • δυσαποκρίτως — δυσαποκρί̱τως , δυσαπόκριτος hard to answer adverbial δυσαποκρί̱τως , δυσαπόκριτος hard to answer masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυσιάτως — δυσῑά̱τως , δυσίατος hard to heal adverbial δυσῑά̱τως , δυσίατος hard to heal masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυσκράτως — δυσκρά̱τως , δύσκρατος of bad temperament adverbial δυσκρά̱τως , δύσκρατος of bad temperament masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκράτως — εὐκρά̱τως , εὔκρατος well tempered adverbial εὐκρά̱τως , εὔκρατος well tempered masc/fem acc pl (doric) εὐκρατόω temper imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.