Translation: from greek to english

from english to greek

τρόπις

Look at other dictionaries:

  • τρόπις — τρόπῑς , τρόπις ship s keel fem acc pl (epic doric ionic aeolic) τρόπις ship s keel fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρόπις — Δομικό στοιχείο του πλοίου, τοποθετημένο κατά μήκος του κατώτερου σημείου του πλοίου, του οποίου αποτελεί ένα είδος σπονδυλικής στήλης. Στα ξύλινα πλοία, η τ. αποτελείται από μια ισχυρή δοκό στερεά συνδεδεμένη με το κοράκι της πλώρης και με το… …   Dictionary of Greek

  • τρόπει — τρόπις ship s keel fem nom/voc/acc dual (attic epic) τρόπεϊ , τρόπις ship s keel fem dat sg (epic) τρόπις ship s keel fem dat sg (attic ionic) τροπέω turn pres imperat act 2nd sg (attic epic) τροπέω turn imperf ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρόπεις — τρόπις ship s keel fem nom/voc pl (attic epic) τρόπις ship s keel fem nom/acc pl (attic) τροπέω turn imperf ind act 2nd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρόπι — τρόπις ship s keel fem voc sg τρόπῑ , τρόπις ship s keel fem dat sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρόπης — τρόπις ship s keel fem nom/voc pl (doric aeolic) τροπέω turn imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρόπιν — τρόπις ship s keel fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρόπιος — τρόπις ship s keel fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπίδιον — τὸ, Α [τρόπις, ιδος) 1. υποκορ. τού τρόπις* 2. στον πληθ. τὰ τροπίδια (κατά τον Φώτ.) «τὰ εἰς τρόπον νεὼς εὐθετοῡντα ξύλα μεταφορικῶς δὲ καὶ ἐπὶ καταβολῆς τινὸς καὶ ἀρχῆς πράγματος καὶ ὁ τόπος ἐφ οὗ τίθεται ἡ τρόπις» …   Dictionary of Greek

  • τρόπιδα — η / τρόπις, ιδος, ΝΜΑ, και λόγιος τ. τρόπις Ν, τ. γεν. και εως και ιων. τ. γεν. ιος, Α ισχυρή δοκός που αποτελεί το κατώτατο τμήμα τού σκελετού τών πλοίων και εκτείνεται από την πλώρη μέχρι την πρύμνη, κν. καρένα ή καρίνα νεοελλ. 1. ζωολ. λεπτή… …   Dictionary of Greek

  • НАВИГАЦИЯ —    • Navigatio,          ναυτιλία. Мореплавание достигло у греков, которые самой природой были направлены на морскую стихию, уже рано известной степени совершенства. Гомеровский корабль (ср. Autenricht, hom. Wörterbuch и Fridrichs, hom. Realien,… …   Реальный словарь классических древностей

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.