Translation:

στρότος

Nothing was found.

Try to search in all languages

or change your search query.

Look at other dictionaries:

  • στρότος — ὁ, Α (αιολ. τ.) βλ. στρατός …   Dictionary of Greek

  • Эолийцы — (Αίολείς, страна их Αίολίς) ветвь греческого народа, отделившаяся от так наз. сев. ахейской (или иначе сев. восточной) группы эллинского материкового населения и колонизовавшая первоначально Лесбос, а оттуда противолежащую часть Малоазиатского… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • στρατός — Σύνολο στρατιωτικών δυνάμεων, οργανωμένο και διατηρούμενο από ένα κράτος για τη διεξαγωγή του χερσαίου πόλεμου. Στο μακρινό παρελθόν οι σ. ήταν συχνά προσωρινοί και διαλύονταν όταν τελείωνε ο πόλεμος, ενώ σήμερα είναι μόνιμοι, υπάρχουν δηλαδή και …   Dictionary of Greek

  • Aeolic Greek — For the architectural style, see Aeolic order. Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

  • γράφω — (AM γράφω) 1. αποδίδω λέξεις με γράμματα τού αλφαβήτου 2. ζωγραφίζω 3. γράφω επιστολή 4. καταχωρίζω σε κατάλογο 5. εγγράφω, κατατάσσω σε σχολείο κ.λπ. νεοελλ. 1. ξέρω να γράφω 2. συγγράφω, δημοσιεύω 3. κληροδοτώ, μεταβιβάζω την κυριότητα ακινήτου …   Dictionary of Greek

  • ster-5, sterǝ- : strē-, steru- : streu- —     ster 5, sterǝ : strē , steru : streu     English meaning: to widen, to scatter     Deutsche Übersetzung: “ausbreiten, ausstreuen”     Note: (compare ster “ stare, stiff sein”)     Material: A. O.Ind. str̥ṇüti, str̥ṇōti (eig. zur basis… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.