Translation: from greek

σκωληκοτόκος

Look at other dictionaries:

  • σκωληκοτόκος — ον, Α αυτός που γεννά σκουλήκια. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκώληξ, ηκος + τόκος (< τόκος < τίκτω), πρβλ. παιδο τόκος] …   Dictionary of Greek

  • σκωληκοτόκα — σκωληκοτόκος reproducing neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκωληκοτόκοις — σκωληκοτόκος reproducing masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκωληκοτόκων — σκωληκοτόκος reproducing masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκωληκοτοκώ — έω, Α [σκωληκοτόκος] γεννώ σκουλήκια ή γεννώ μικρά που μοιάζουν κατά το σχήμα με σκουλήκια …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.