Translation: from greek to english

σκελίς

Look at other dictionaries:

  • σκελίδα — η / σκελίς, ίδος, ΝΜΑ, και σκέλιδα Ν, και σχελίς ΜΑ, και σκελλίς Α νεοελλ. καθένα από τα μέρη από τα οποία αποτελείται το ενδοκάρπιο τού καρπού τών εσπεριδοειδών, αλλ. φέτα ή φελί νεοελλ. μσν. καθένα από τα μέρη από τα οποία αποτελείται η κεφαλή… …   Dictionary of Greek

  • πυγοσκελίς — ίδος, η, ΝΑ γένος απτηνοδοτόμορφων πτηνών. [ΕΤΥΜΟΛ. < πυγή + σκελίς (< σκέλος), πρβλ. ονο σκελίς. Τη λ. δανείστηκαν οι ξένες γλώσσες, πρβλ. αγγλ. pygoscelis] …   Dictionary of Greek

  • член — Заимств. из цслав., др. русск. челенъкъ – то же, Поуч. Ефрем. Сирина (Шахматов, Очерк 153), пачеленъкъ небольшой член , укр. челен член , диал. (карп. укр.) челенки мн. фаланги пальцев , сербск. цслав. чланъ (ст. слав. *члѣнъ), болг. члан, члян… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • μονοσκέλιδον — μονοσκέλιδον, τὸ (Μ) σκελίδα σκόρδου. [ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο) * + σκελίς, ίδος] …   Dictionary of Greek

  • σκελίδι — το / σκελίδιον, ΝΜ, και σκλίδι Ν [σκελίς, ίδος] (υποκορ. τ.) σκελίδα …   Dictionary of Greek

  • (s)kel-4 (extended klā-, klō-) —     (s)kel 4 (extended klā , klō )     English meaning: to bend; crooked     Deutsche Übersetzung: “biegen; anlehnen; krumm (also sittlich: “verkehrt, unrecht”), verkrũmmt”; especially in Körperteilbezeichnungen; “biegsames Gelenk, Ferse, Knie,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • scelides — ‖ scelides, n. pl. (ˈsɛlɪdiːz) [mod.L., pl. of *scelid , scelis, f. Gr. σκέλος leg. The formation was perh. suggested by Gr. περισκελίς leg band. The Gr. σκελίς rib of beef is a later form for σχελίς.] The posterior or pelvic extremities of… …   Useful english dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.