Translation: from greek

σηπιδάριον

Look at other dictionaries:

  • σηπιδάριον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηπιδάριον — τὸ, Α μικρή σουπιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < σηπίδιον «μικρή σουπιά» + υποκορ. κατάλ. άριον (πρβλ. βιβλι άριον, παιδ άριον)] …   Dictionary of Greek

  • σηπιδάρια — σηπιδάριον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.