Translation: from greek

σημερινός

Look at other dictionaries:

  • σημερινός — of to day masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινός — ή, ό / σημερινός, ή, όν, ΝΜΑ, και σημερνός, ή, ό, Ν αυτός που υπάρχει ή γίνεται σήμερα (α. «η σημερινή βροχή» β. «η σημερινή απόφαση» γ. «οι σημερινές εφημερίδες») νεοελλ. τωρινός, σύγχρονος (α. «τα σημερινά προβλήματα β. «τα σημερινά σχολεία»).… …   Dictionary of Greek

  • σημερινός — [симэринос] ас. сегодняшний …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σημερινός — ή, ό 1. αυτός που γίνεται σήμερα: Στη σημερινή γιορτή θα εκφωνήσει το λόγο ένας μαθητής. 2. της ημέρας αυτής: Αγόρασε σημερινά αβγά. 3. σύγχρονος, τωρινός: Οι σημερινοί νέοι είναι πιο μορφωμένοι από τους παλιότερους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σημερινῶν — σημερινός of to day fem gen pl σημερινός of to day masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινόν — σημερινός of to day masc acc sg σημερινός of to day neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινῆς — σημερινός of to day fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινῇ — σημερινός of to day fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινέ — σημερινός of to day masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινή — σημερινός of to day fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημερινῷ — σημερινός of to day masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.