Translation: from greek

σημάντωρ

Look at other dictionaries:

  • σημάντωρ — one who gives a signal masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημάντωρ — ορος, ὁ, Α 1. αυτός που δίνει το σήμα, το σύνθημα, ο ηγέτης («ἐθνέων ἦσαν ἄλλοι σημάντορες», Ομ. Οδ.) 2. ηνίοχος 3. βουκόλος 4. αυτός που σημαίνει, που αναγγέλλει κάτι («αὐτός μοι σὺ σημάντωρ γένου», Σοφ.) 5. φρ. α) «σημάντορες ἄνδρες» ηγέτες… …   Dictionary of Greek

  • σημάντορ — σημάντωρ one who gives a signal masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημάντορα — σημάντωρ one who gives a signal masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημάντορας — σημάντωρ one who gives a signal masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημάντορες — σημάντωρ one who gives a signal masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημάντορι — σημάντωρ one who gives a signal masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημάντορος — σημάντωρ one who gives a signal masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημάντορσιν — σημάντωρ one who gives a signal masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PLUMBUM — Graece μόλυβδος, a Midacrito inventum, primumque e Cassiteride Insul. apportatum, Plin. l. 7. c. 56. aliud album, aliud nigrum est. De illo idem, l. 34. c. 17. Album incoquitur aereis operibus Galliarum inventô, ita ut vix discerni queat ab… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • πολυσημάντωρ — ορος, ὁ, Α (κυρίως ως προσωνυμία τού Άδη) αυτός που εξουσιάζει, που επιτάσσει και διοικεί πολλούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + σημάντωρ (< σημαίνω)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.