Translation: from greek

σετ

Nothing was found.

Try to search in all languages

or change your search query.

Look at other dictionaries:

  • σετ — I (Sete). Πόλη της Ν. Γαλλίας και λιμάνι στον κόλπο του Λέοντα (50 000 κάτ.). Ανήκει στο νομό Ερώ (Heraut) και απέχει 25 χιλ. από το Μονπελιέ. Το λιμάνι της είναι το δεύτερο, μετά τη Μασαλία, σε εμπορική σημασία στη Μεσόγειο για τη Γαλλία.… …   Dictionary of Greek

  • τζετ-σετ — το, Ν άκλ. (ξεν.) ο κόσμος τής αριστοκρατίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. jet set «κόσμος τής αριστοκρατίας που συχνά ταξιδεύει με αεροπλάνο»] …   Dictionary of Greek

  • Νέφθυς — Αιγυπτιακή θεότητα κατά την αρχαιότητα. Ήταν κόρη του Σεβ (Γη) και της Νουτ (Ουρανού), σύζυγος του Σετ, από τον οποίο γέννησε τον Άνουβη, και αδελφή του Όσιρη και της Ίσιδας. Στον περίφημο μύθο του Όσιρη, ο οποίος κατατεμαχίστηκε από τον Σετ, η Ν …   Dictionary of Greek

  • Βαλερί, Πολ — (Paul Valéry, Σετ, Ερό 1871 – Παρίσι 1945). Γάλλος ποιητής. Σπούδασε στο Μονπελιέ και από το 1894 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τον Μαλαρμέ, ο οποίος επέδρασε αποφασιστικά στη διαμόρφωση του ταλέντου του. Με την Εισαγωγή στη μέθοδο… …   Dictionary of Greek

  • Demotic Greek — Not to be confused with Demotic (Egyptian). History of the Greek language (see also: Greek alphabet) Proto Greek (c. 3000–1600 BC) Mycenaean …   Wikipedia

  • Σηθ — Άγιος της Αν. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Ήταν γιος του Αδάμ, πατέρας του Ενώς και πρόγονος του Ιησού. Έζησε, κατά την Παλαιά Διαθήκη, 912 χρόνια. Η μνήμη του τιμάται την Κυριακή των Προπατόρων. * * * ο, ΝΑ μυθ.… …   Dictionary of Greek

  • άμορφη τέχνη — Ο όρος αναφέρεται στο ρεύμα που αρνείται τις θεωρητικές θέσεις της αφηρημένης τέχνης και γενικότερα την υποταγή του καλλιτεχνικού έργου σε οποιονδήποτε μορφολογικό προγραμματισμό. Σε θεωρητικό επίπεδο, υιοθετείται η απουσία κάθε περιορισμού, με… …   Dictionary of Greek

  • Ανταιόπολη — Αρχαία πόλη της Άνω Αιγύπτου στην ανατολική όχθη του Νείλου και πρωτεύουσα του Ανταιοπολίτη νομού.Ονομαζόταν και Ανταιούπολις ήΑνταίου πόλις ή Ανταίου κώμη, από τον γίγαντα Ανταίο, ο οποίος ταυτίστηκε από τους αρχαίους με τον αιγυπτιακό θεό που… …   Dictionary of Greek

  • Βιλάρ, Ζαν — (Jean Vilar, Σετ 1912 – 1970). Γάλλος σκηνοθέτης και ηθοποιός του θεάτρου. Μαθητής και συνεργάτης του Ντιλέν, ο Β. εμφανίστηκε αρχικά ως ηθοποιός και μόνο αργότερα επιδόθηκε στη σκηνοθεσία (1943). Το 1944 επιβλήθηκε οριστικά ως σκηνοθέτης. Το… …   Dictionary of Greek

  • βόλεϊ μπολ ή πετοσφαίριση — (volleyball). Αθλητικό αγώνισμα που παίζεται από δύο ομάδες, οι οποίες για να κερδίσουν πόντο πρέπει να πετάξουν την μπάλα από την άλλη πλευρά του φιλέ, έτσι ώστε αυτή να πέσει στο αντίπαλο γήπεδο αγγίζοντας το έδαφος ή αναγκάζοντας τους παίκτες… …   Dictionary of Greek

  • Κρούπα, Τζιν — (Gene Crupa, Σικάγο 1909 – Γιόνκερς 1973). Αμερικανός ντράμερ της τζαζ. Εμφανίστηκε σε μία εποχή όπου τα ντραμς αποτελούσαν ένα παραγνωρισμένο μουσικό όργανο, περιορισμένο σε αυστηρή ρυθμική συνοδεία. Η εκπληκτική τεχνική του κατάρτιση και οι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.