Translation: from greek to english

σεμνολογικός

Look at other dictionaries:

  • σεμνολογικός — ή, όν, ΜΑ [σεμνολόγος] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε σοβαρό λόγο, σε ιεροπρεπή ομιλία. επίρρ... σεμνολογικῶς ΜΑ με σοβαρό λόγο, με σοβαρότητα …   Dictionary of Greek

  • σεμνολογικῶς — σεμνολογικός of adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.