Translation: from greek

σείρωσις

Look at other dictionaries:

  • σείρωσις — binding fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σείρωσις — (I) ώσεως, ἡ, Α [σειρῶ (Ι)] δέσιμο με σχοινί. (II) ώσεως, ἡ, Α [σειρῶ (ΙΙ)] διήθηση, στράγγισμα …   Dictionary of Greek

  • σειρώσεως — σειρώσεω̆ς , σείρωσις binding fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.