Translation: from greek

σαρκοπαγής

Look at other dictionaries:

  • σαρκοπαγής — compact of flesh masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαρκοπαγής — ές, ΜΑ (ποιητ. τ.) αποτελούμενος από σάρκα, σαρκώδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάρξ, σαρκός + παγής (< θ. παγ τού πήγνυμι*, πρβλ. αόρ. β ἐ πάγ ην), πρβλ. ξυλο παγής] …   Dictionary of Greek

  • σάρκα — η / σάρξ, σαρκός, ΝΜΑ, και αιολ. τ. σύρξ Α 1. το μυώδες μέρος τού σώματος τών ανθρώπων και τών ζώων, το κρέας (α. «στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα / μυρίζονται τη σάρκα», Ελύτης β. «ἔγκατά τε σάρκας τε καὶ ὀστέα», Ομ. Οδ.) 2. το μέρος αυτό τού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.