Translation: from greek

σαλπάρισμα

Look at other dictionaries:

  • σαλπάρισμα — το, Ν [σαλπάρω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σαλπάρω, η ανέλκυση τής άγκυρας τού πλοίου από τον βυθό 2. (κατ επέκτ.) α) απόπλους, αναχώρηση τού πλοίου β) το να ξεκινάει κανείς για ταξίδι με πλοίο …   Dictionary of Greek

  • σαλπάρισμα — το, ατος αναχώρηση πλοίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άπαρσις — ἄπαρσις, η (Α) αναχώρηση, ξεκίνημα, απόπλους, σαλπάρισμα …   Dictionary of Greek

  • άπαρση — η σαλπάρισμα, αναχώρηση: Ο πλοίαρχος έδωσε την εντολή για άπαρση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.