Translation: from greek

σαλικυλικός

Look at other dictionaries:

  • σαλικυλικός — ή, ό, Ν 1. χημ. ονομασία κατηγορίας χημικών ενώσεων 2. φρ. α) «σαλικυλική αλδεΰδη» χημ. κυκλική οργανική ένωση, φαινόλη και, συγχρόνως, αρωματική αλδεΰδη, άχρωμο ελαιώδες υγρό με οσμή πικραμυγδάλου, που χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία, στην… …   Dictionary of Greek

  • μεθυλεστέρας — ο χημ. συνοπτική ονομασία εστέρων τής μεθυλικής αλκοόλης με ανόργανα ή οργανικά οξέα (α. «βενζοϊκός μεθυλεστέρας» β. «θειικός μεθυλεστέρας» γ. «οξικός μεθυλεστέρας» δ. «σαλικυλικός μεθυλεστέρας») …   Dictionary of Greek

  • σαλικυλάλη — η, Ν χημ. η σαλικυλική αλδεΰδη (βλ. σαλικυλικός) …   Dictionary of Greek

  • σαλικυλαλδεΰδη — η, Ν χημ. η σαλικυλική αλδεΰδη (βλ. σαλικυλικός) …   Dictionary of Greek

  • σαλόλη — η, Ν (φαρμ.) σαλικυλικός εστέρας τής φαινόλης που χρησιμοποιείται στη θεραπευτική ως αντισηπτικό τών ουροφόρων και εντερικών οδών και ως επουλωτικό τού δέρματος, αλλ. σαλικυλική φαινόλη. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. salol] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.