Translation: from greek

σαΐνης

Look at other dictionaries:

  • σαΐνης — σαΐνης, ο και σαΐνι, το (λ. τουρκ.) 1. είδος γερακιού. 2. μτφ., ευφυής άνθρωπος: Αυτός ο μαθητής είναι σαΐνι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαΐνης — και σαγίνης, ο, Ν [σαΐνι] το σαΐνι …   Dictionary of Greek

  • σαγίνης — ο, Ν βλ. σαΐνης …   Dictionary of Greek

  • σαχίνι — το βλ. σαΐνης, ο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.