Translation: from greek

σίττα

Look at other dictionaries:

  • σίττα — st! indeclform (exclam) σίττᾱ , σίττη nuthatch fem nom/voc/acc dual σίττᾱ , σίττη nuthatch fem nom/voc sg (doric aeolic) σίσσα , σίζω hiss aor ind act 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίττᾳ — σίτται , σίττη nuthatch fem nom/voc pl σίττᾱͅ , σίττη nuthatch fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίττα — (I) και ψίττα και ψύττα Α επιφώνημα τών βοσκών με το οποίο οδηγούσαν τα ποίμνια (α. «οὐκ ἀπὸ τᾱς κράνας σίττ , ἀμνίδες», Θεόκρ. β. «σίτθ , ἀ Κυμαίθα, ποτὶ τὸν λόφον», Θεόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λ.]. (II) και λόγιος τ. σίττη, η, Ν ζωολ.… …   Dictionary of Greek

  • σίτθ' — σίττα , σίττα st! indeclform (exclam) σίτται , σίττη nuthatch fem nom/voc pl σίττᾱͅ , σίττη nuthatch fem dat sg (doric aeolic) σίττε , σίττος nuthatch masc voc sg σίσσα , σίζω hiss aor ind act 1st sg (epic) σίσσε , σίζω hiss aor ind act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίττ' — σίττα , σίττα st! indeclform (exclam) σίτται , σίττη nuthatch fem nom/voc pl σίττᾱͅ , σίττη nuthatch fem dat sg (doric aeolic) σίττε , σίττος nuthatch masc voc sg σίσσα , σίζω hiss aor ind act 1st sg (epic) σίσσε , σίζω hiss aor ind act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίττας — σίττᾱς , σίττη nuthatch fem acc pl σίττᾱς , σίττη nuthatch fem gen sg (doric aeolic) σίσσας , σίζω hiss aor ind act 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίτταν — σίττᾱν , σίττη nuthatch fem acc sg (doric aeolic) σίσσαν , σίζω hiss aor ind act 3rd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Sittace — or Sittake or Sittakê (Greek: polytonic|Σιττάκη, Ptol. vi. 1. § 6; Akkadian Sattagū [Kessler, K. 2002, Sittake, Sittakene, Sattagū in Altorientalische Forschungen 29, 238 248] ), was an ancient city, the capital of ancient Sittacene, in Assyria,… …   Wikipedia

  • PSITTACUS — pluchritudinis inter aves primas tulit, a Statio, l. 2. Sylv. 4. Epicedio in Psittacum Melioris Atedii, ubi psittacum iungens Pavoni ac Phasiano ait, v. 25. Psittacus ille plagae viridis regnator Eoae, Quem non gemmata volucris Funonia caudâ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ίσσα — ἴσσα (Α) επιφώνημα που δηλώνει κακεντρεχή χαρά για τη δυστυχία κάποιου άλλου. [ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιία. Πρβλ. και σίττα] …   Dictionary of Greek

  • σίγα — Α 1. (ως επίρρ.) α) σιωπηλά («ἄκουε σῑγα», Σοφ.) β) με σιγανή φωνή, ψιθυριστά («σῑγα σήμαινε», Σοφ.) 2. (ως επιφών.) σιωπή! [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για επίρρ. άγνωστης ετυμολ. που, κατά την επικρατέστερη άποψη, αποτελεί εκφραστικό σχηματισμό από θ. σι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.