Translation: from greek

σήμαντρο

Look at other dictionaries:

  • σήμαντρο — το симандро – било деревянное или металлическое, использующееся в греческих монастырях для того, чтобы созывать верующих в храм на богослужение, см. κόπανος, τάλαντο Этим. < дргр. σήμαντρον < σημαίνω «обозначать, указывать» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • σήμαντρο — Μεταλλικό αντικείμενο μήκους 1 3 μέτρων, πλάτους 10 εκ. και πάχους 5, που το κρούουν ρυθμικά με κόπανο ή μικρό σφυρί για να ξυπνήσει ή να συνάξει τους μοναχούς ή και να καλέσει τους πιστούς στην εκκλησία. Πριν καθιερωθούν οι καμπάνες στα ελληνικά …   Dictionary of Greek

  • σήμαντρο — [симандро] ουσ. о. било (для подачи сигналов) …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σήμαντρο — το 1. είδος καμπάνας:Χτυπούν τα σήμαντρα της εκκλησιάς. 2. είδος μουσικού οργάνου, τρίγωνο. 3. σφραγίδα, όργανο για σφράγιση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -τρο(ν) — ΝΜΑ επίθημα.ουδέτερων ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που εμφανίζεται ήδη σε αρχαιότατα κείμενα, έχει μεγάλη παραγωγική δύναμη, κυρίως στην Αρχαία, και απαντά σε 200 περίπου ουσιαστικά. Το επίθημα ουδετέρου τρον, όπως και τα… …   Dictionary of Greek

  • κρουσματώ — κρουσματῶ, έω (Μ) [κρούσμα] 1. (μτβ.) κρούω το σήμαντρο για έγερση 2. (αμτβ.) (για ξύλινο σήμαντρο) αποδίδω κρότο, παράγω ήχο λόγω κρούσεως («κρουσματοῡντος τοῡ ξύλου», Θεόδ. Στουδ.) …   Dictionary of Greek

  • Neapoli (Kozani) — Stadtgemeinde Neapoli (1986–2010) Δήμος Νεάπολης (Νεάπολη) …   Deutsch Wikipedia

  • βηματάρης — ο [βήμα] 1. σκευοφύλακας μοναστηριού 2. ο μοναχός που χτυπάει το σήμαντρο 3. ο μοναχός που έχει τα κλειδιά της λειψανοθήκης …   Dictionary of Greek

  • ξύλο — Φυτικός ιστός, που σχηματίζει, στον βλαστό και στις ρίζες των φυτών, το ξυλώδες αγγειακό τμήμα των ηθμαγγειωδών δεσμίδων, ή σύστημα των αγωγών αγγείων· με το σύστημα αυτό μεταφέρεται και κυκλοφορεί ο ακατέργαστος χυμός, δηλαδή το νερό και οι… …   Dictionary of Greek

  • σημάντριον — τὸ, Α [σήμαντρον] το σήμαντρο, η σφραγίδα …   Dictionary of Greek

  • σημαντήρι — το / σημαντήριον, ΝΜΑ νεοελλ. μσν. το σήμαντρο τών μοναστηριών αρχ. 1. σφραγίδα πάνω σε κάτι που πρέπει να μείνει άθικτο 2. νομισματοκοπείο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σημαίνω + επίθημα τήρι(ον) (πρβλ. πειραχ τήρι[ον])] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.