Translation: from greek

σήμανση

  • 1 σήμανση

    [-ις (-εως)] η
    1) обозначение, отметка; 2) прикладывание печати; наклеивание гербовых марок; штемпелевание;

    σήμανση εγγράφου — наклеивание на документ гербовых марок;

    τέλη σημάνσεως гербовый сбор;
    3) сыскное отделение полиции

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > σήμανση

  • 2 σήμανση

    [симанси] ουσ θ звон. (колоколов), отмечение, прикладывание печати, штемпелевание.

    Эллино-русский словарь > σήμανση

Look at other dictionaries:

  • σήμανση — η / σήμανσις, άνσεως, ΝΑ [σημαίνω] η τοποθέτηση, η επίθεση διακριτικού σημείου νεοελλ. 1. η σηματοδότηση 2. η λήψη και καταγραφή από την αστυνομία τών ανθρωπομετρικών στοιχείων και ιδίως τών δακτυλικών αποτυπωμάτων ατόμου και, κυρίως, υπόπτου 3.… …   Dictionary of Greek

  • σήμανση — [симанси] ουσ. Θ. звон …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σήμανση — η 1. επίθεση σήματος, σημάδεμα. 2. λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων. 3. ειδική αστυνομική υπηρεσία του τμήματος δίωξης κακοποιών. 4. επικόλληση ενσήμων σε έγγραφο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οδική κυκλοφορία — Η κίνηση οχημάτων και πεζών στους διάφορους δρόμους, η οποία διέπεται από ορισμένους κανόνες, για την ασφαλέστερη και ταχύτερη διακίνηση. Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, η κίνηση αυτή ρυθμίζεται από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ο οποίος… …   Dictionary of Greek

  • γραφιστική — Ο όρος αποτελεί απόδοση στα ελληνικά του αγγλικού όρουγκράφικ ντιζάιν (graphic design) που επινόησε στη δεκαετία του 1920 ο Γουίλιαμ Άντισον Ντουίγκινς (William Addison Dwiggins) –χρησιμοποιώντας δύο αγγλικές λέξεις με προέλευση η μία από τα… …   Dictionary of Greek

  • σημειομεταφορέας — ο, Ν στερεοσκοπικό όργανο τής φωτογραμμετρίας που χρησιμοποιείται για τη σήμανση αντίστοιχων εικονοσημείων στις επικαλυπτόμενες φωτογραφίες, κατάλληλο για την εξακρίβωση, σήμανση και μεταφορά τών σημείων για αεροτριγωνισμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < σημείο + …   Dictionary of Greek

  • βυθοσήμανση — η η σήμανση, η αναγραφή σε υποδιαιρέσεις του μέτρου ή σε πόδια του βυθίσματος ενός πλοίου στην πλώρη, την πρύμνη και στο μέσον …   Dictionary of Greek

  • δηλητήριο — Ουσία ικανή, ακόμη και σε πολύ μικρή ποσότητα, να επιφέρει τον θάνατο ενός ατόμου. Υπό ευρύτερη έννοια, δ. καλείται κάθε ουσία ικανή να προκαλέσει μια παθολογική κατάσταση στο άτομο, κατά την οποία οι οργανικοί ιστοί μπορεί να υποστούν πρόσκαιρες …   Dictionary of Greek

  • ναυσιπλοΐα — Η πρακτική και η τεχνική του πλου. Διακρίνεται σε θαλάσσια ν. και σε ν. κλειστών υδάτων: η πρώτη περιλαμβάνει την ποντοπλοΐα, που εκτείνεται σε όλες τις θάλασσες και τους ωκεανούς, και την ακτοπλοΐα, που περιορίζεται στις κλειστές θάλασσες και… …   Dictionary of Greek

  • προσήμανση — η, Ν [προσημαίνω] η σήμανση εκ τών προτέρων, η χρησιμοποίηση σημείων για κάτι που πρόκειται να γίνει …   Dictionary of Greek

  • σηματοδότηση — η, Ν [σηματοδοτώ] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σηματοδοτώ, η με ποικίλα σήματα μετάδοση πληροφοριών ορισμένου είδους σε ορισμένη απόσταση 2. η τοποθέτηση ή διάταξη σημάτων και σηματοδοτών σε σιδηροδρομική γραμμή, οδική αρτηρία, πλωτό… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.