Translation: from greek

ρυστικός

Look at other dictionaries:

  • ρυστικός — ή, όν, Α [ῥύστης] αυτός που διασώζει, που λυτρώνει, προστατευτικός …   Dictionary of Greek

  • ῥυστικούς — ῥυστικός protective masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυστικῆς — ῥυστικός protective fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυστική — ῥυστικός protective fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.