Translation:

ρυπαντής

Nothing was found.

Look at other dictionaries:

  • ρυπαντής — ο, Ν [ρυπαίνω] πηγή ρύπανσης που εκλύει ρύπους, όπως είναι λ.χ. τα εργοστάσια και οι υπόνομοι …   Dictionary of Greek

  • ρυπαντής — ο 1. ο δείκτης ρύπανσης σε έναν χώρο. 2. αυτός που ρυπαίνει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρυπαντικός — ή, ό, Ν [ρυπαντής] αυτός που συντελεί στη ρύπανση, αυτός που προκαλεί ρύπανση, μολυσματικός. Επιρρ. ρυπαντικώς και ρυπαντικά Ν με ρυπαντικό τρόπο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.