Translation: from greek

ρουμπινές

Look at other dictionaries:

  • ρουμπινές — και ρομπινές, ο, Ν η στρόφιγγα, η κάνουλα βρύσης. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. robinet < μσν. robin «πρόβατο», λόγω τού ότι οι πρώτες κάνουλες είχαν συχνά τη μορφή κεφαλής προβάτου] …   Dictionary of Greek

  • ρουμπινές — ο (λ. γαλλ.), στρόφιγγα, κάνουλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρουμπινέτο — το, Ν [ρουμπινές] ο ρουμπινές …   Dictionary of Greek

  • ρομπινές — ο, Ν βλ. ρουμπινές …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.