Translation: from greek

πρόραχος

Look at other dictionaries:

  • πρόραχος — ὁ, Α πιθ. βράχος που προεξέχει προς τη θάλασσα και σχηματίζει σπήλαια. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ῥαχία «απότομη και πετρώδης ακτή»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.