Translation: from greek

πολυβασικός

Nothing was found.

Try to search in all languages

or change your search query.

Look at other dictionaries:

  • πολυβασικός — ή, ό, Ν χημ. (για οξέα) αυτός που σε υδατικά του διαλύματα περιέχει περισσότερα από ένα υδροκατιόντα ανά μόριο διαλυόμενου οξέος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. polybasic < πολυ * + βάση. Η λ., στον πληθ. του ουδ. πολυβασικά (οξέα),… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.