Translation:

ποιμήν

Nothing was found.

Try to search in all languages

or change your search query.

Look at other dictionaries:

  • ποιμήν — ο см. ποιμένας …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ποιμήν — herdsman masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ποιμήν — Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας, αναχωρητής. Έζησε σε έρημο της Αιγύπτου από το 385 ως το 451. Αρνήθηκε να δει τη μητέρα του και την αδερφή του, όταν πήγαν να τον δουν για να μη δει πρόσωπα γυναικών και κολαστεί η ψυχή του. Η μνήμη του… …   Dictionary of Greek

  • Λύκος καὶ ποιμήν. — См. Козла пустить в огород …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ποιμένα — ποιμήν herdsman masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιμένας — ποιμήν herdsman masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιμένε — ποιμήν herdsman masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιμένες — ποιμήν herdsman masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιμένι — ποιμήν herdsman masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιμένοιν — ποιμήν herdsman masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποιμένος — ποιμήν herdsman masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.