Translation: from greek

πήγανο

Look at other dictionaries:

  • πήγανο — το / πήγανον, ΝΜΑ, και απήγανο και απήγανος, ο, Ν φυτό που, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, αποτελεί γένος το οποίο ανήκει στην οικογένεια αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών ζυγοφυλλίδες και περιλαμβάνει 5 περίπου είδη, σημαντικότερο… …   Dictionary of Greek

  • πηγανέλαιο — τὸ / πηγανέλαιον, ΝΑ, και πηγανόλαδο Ν αιθέριο έλαιο από πήγανο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πήγανο(ν) «είδος φυτού» + έλαιο(ν) / λάδι] …   Dictionary of Greek

  • πηγανίζω — Α [πήγανο] μοιάζω με πήγανο …   Dictionary of Greek

  • παλιουρίς — παλιουρίς, ἡ (Α) [παλίουρος] το φυτό πήγανο …   Dictionary of Greek

  • πηγάνινος — ίνη, ον, Α παρασκευασμένος από πήγανο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πήγανον «είδος φυτού» + κατάλ. ινος (πρβλ. μάλλ ινος)] …   Dictionary of Greek

  • πηγάνιος — ον, ΜΑ [πήγανον] 1. ο πηγάνινος* 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ πηγάνιον το πήγανο …   Dictionary of Greek

  • πηγανίτης — ὁ, Μ φρ. «οἶνος πηγανί της» οίνος αρωματισμένος με πήγανο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πήγανον «είδος φυτού» + επίθημα ίτης (πρβλ. σελην ίτης)] …   Dictionary of Greek

  • πηγανίτις — ίτιδος, ἡ, Α (φρ) «πηγανῑτις χολή» δριμύς, συμπυκνωμένος χυμός από πήγανο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πήγανον «είδος φυτού» + επίθημα ῖτις (πρβλ. σελην ίτις)] …   Dictionary of Greek

  • πηγανηρά — ἡ, και πηγανηρόν, τὸ Α έμπλαστρο από πήγανο. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. τού θηλ. και ουδ. ενός αμάρτυρου επιθ. *πηγανηρός < πήγανον «είδος φυτού» + κατάλ. ηρός (πρβλ. ανθ ηρός)] …   Dictionary of Greek

  • πηγανόεις — εσσα, εν, Α φρ. «πηγανόεντες ὄραμνοι» κλαδιά, βλαστάρια από πήγανο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πήγανον «είδος φυτού» + κατάλ. όεις*] …   Dictionary of Greek

  • πηγανόσπερμο — το / πηγανόσπερμον, ΝΜ σπόρος από πήγανο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πήγανον + σπέρμα] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.