Translation:

πέντε

Nothing was found.

Try to search in all languages

or change your search query.

Look at other dictionaries:

  • πέντε — five indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέντε — ΝΑ, αιολ. τ. πέμπε Α άκλ. απόλυτο αριθμητικό το οποίο δηλώνει την ποσότητα που προκύπτει όταν σε τέσσερεις μονάδες προστεθεί άλλη μία, καθώς και το σύμβολό του νεοελλ. 1. (με άρθρ. ουδ. ως ουσ.) το πέντε καθετί που φέρει αυτόν τον αριθμό… …   Dictionary of Greek

  • πέντε — (αριθμ. απόλ.), αριθμός που δείχνει πέντε μονάδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πέντε — [пэнтэ] αριθμ. пять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Πέντε Λιμάνια — (Cinqu Ports). Όνομα με το οποίο χαρακτηρίζονται, από την εποχή του Εδουάρδου του Εξομολογητή (11ος αι.), τα αγγλικά λιμάνια Ντόβερ, Σάντουιτς, Ρόμνει, Χάιδ και Χάστινγκς (αργότερα προστέθηκαν και τα Γουίντσελσι και Ράι), που βρίσκονται απέναντι… …   Dictionary of Greek

  • Πέντε Βρύσες — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 420 μ.) στην πρώην επαρχία Λαγκαδά του νομού Θεσσαλονίκης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Εξαλόφου …   Dictionary of Greek

  • Πέντε Εκκλησιές — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 420 μ.) στην πρώην επαρχία Σουλίου του νομού Θεσπρωτίας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (9 τ. χλμ.) …   Dictionary of Greek

  • Πέντε Πηγάδια — Στρατηγικό πέρασμα κοντά στη Φιλιππιάδα της Ηπείρου. Στη θέση αυτή έγιναν, σε διάφορες ιστορικές περιόδους, πολεμικές επιχειρήσεις ανάμεσα στις ελληνικές κα τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις. Στη διάρκεια του Eλληνοτουρκικού πολέμου του 1897 ο… …   Dictionary of Greek

  • πένθ' — πέντε , πέντε five indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέντ' — πέντε , πέντε five indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.