Translation: from greek to english

from english to greek

λύσσα

Look at other dictionaries:

  • λύσσα — λύσσᾱ , λύσσα rage fem nom/voc/acc dual λύσσα rage fem nom/voc sg λύσσᾱ , λυσσάω to be raging pres imperat act 2nd sg λύσσᾱ , λυσσάω to be raging imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύσσα — Θανατηφόρα νόσος, η οποία προκαλείται από έναν νευροτρόπο διηθητό ιό, που μεταδίδεται στον άνθρωπο συνήθως από δάγκωμα ή από αμυχές που προξενούν μολυσμένοι σκύλοι ή και άλλα μολυσμένα ζώα, όπως οι γάτες. Πριν από την πλήρη εκδήλωση της νόσου,… …   Dictionary of Greek

  • λύσσᾳ — λύσσαι , λύσσα rage fem nom/voc pl λύσσᾱͅ , λύσσα rage fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύσσα — η 1. μολυσματική αρρώστια που προσβάλλει το σκύλο και μεταδίδεται και στον άνθρωπο. 2. μανία: Τον χτύπησε με λύσσα. 3. έντονη ερωτική επιθυμία. 4. (για φαγητά), πολύ αλμυρό: Το κρέας είναι λύσσα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λύσσα — [лисса] ουσ. θ. бешенство, ярость …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • λυσσᾷ — λυσσάω to be raging pres subj mp 2nd sg λυσσάω to be raging pres ind mp 2nd sg (epic) λυσσάω to be raging pres subj act 3rd sg λυσσάω to be raging pres ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύσσ' — λύσσα , λύσσα rage fem nom/voc sg λύσσαι , λύσσα rage fem nom/voc pl λύσσᾱͅ , λύσσα rage fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύσσας — λύσσᾱς , λύσσα rage fem acc pl λύσσᾱς , λύσσα rage fem gen sg (doric aeolic) λύσσᾱς , λυσσάω to be raging imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύσσαι — λύσσα rage fem nom/voc pl λύσσᾱͅ , λύσσα rage fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύσσαν — λύσσα rage fem acc sg λύσσᾱν , λυσσάω to be raging imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) λύσσᾱν , λυσσάω to be raging imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσσᾶν — λύσσα rage fem gen pl (doric aeolic) λυσσάω to be raging pres part act masc voc sg (doric aeolic) λυσσάω to be raging pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) λυσσάω to be raging pres part act masc nom sg (doric aeolic) λυσσᾶ̱ν , λυσσάω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.