Translation: from greek

λογοθεραπεία

Nothing was found.

Try to search in all languages

or change your search query.

Look at other dictionaries:

  • λογοθεραπεία — Θεραπεία που αποσκοπεί να βοηθήσει ανθρώπους να ξεπεράσουν προβλήματα μέσω της προφορικής επικοινωνίας. Στα χέρια ειδικευμένων επιστημόνων αποδεικνύεται χρήσιμη σε ποικιλία περιπτώσεων, από τις ελαφρύτερες, όπως είναι τα προβλήματα άρθρωσης,… …   Dictionary of Greek

  • λογοθεραπευτής — ο, θηλ. τρια 1. αυτός που ασχολείται με τη λογοθεραπεία 2. ο λογοπεδικός …   Dictionary of Greek

  • λογοθεραπευτικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη λογοθεραπεία ή στον λογοθεραπευτή …   Dictionary of Greek

  • λευκοδυστροφία — Ομάδα κληρονομικών ασθενειών της παιδικής ηλικίας με κοινό χαρακτηριστικό τη βλάβη ή καταστροφή των προστατευτικών καλυμμάτων των νεύρων. Αρχικά προσβάλλεται η λευκή ουσία των εγκεφαλικών ημισφαιρίων και στη συνέχεια η μυελίνη, η λιποπρωτεϊνώδης… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.