Translation: from greek to english

from english to greek

λιμός

  • 1 λιμός

    -οῦ + N 2 26-13-49-12-14=114 Gn 12,10(bis); 26,1(bis); 41,27
    hunger Is 5,13; famine Gn 12,10
    λιμὸς ἄρτου a shortage of bread Am 8,11; λιμὸς καὶ θάνατος famine and death Ez 7,15

    Lust (λαγνεία) > λιμός

  • 2 Λιμός

    Λιμός
    Fr.anon.
    masc nom sg

    Morphologia Graeca > Λιμός

  • 3 λιμός

    λῑμός, λιμός
    Fr.anon.
    masc /fem nom sg

    Morphologia Graeca > λιμός

  • 4 λιμός

    1 famine

    γαστρὶ δὲ πᾶς τις ἀμύνων λιμὸν αἰανῆ τέταται I. 1.49

    Πανελλάδος, ἅν τε Δελφῶν ἔθνος εὔξατο λιμοῦ θ[ Pae. 6.64

    Lexicon to Pindar > λιμός

  • 5 λιμός

    λῑμός, οῦ, ὁ ([dialect] Dor. , acc. to Phryn.164, used by the Megarian in Ar.Ach. 743, cf. Herod.2.17, Bion Fr.14.4; Λ. ἔχων γυναικὸς μορφήν Callisth. ap. Ath.10.452b; also h.Cer. 311, Call.
    A Fr.anon.43, Plb.1.84.9, AP9.89 (Phil.), Ev.Luc.15.14, Act.Ap.11.28):—hunger, famine,

    δίψα τε καὶ λ. Il.19.166

    ;

    λιμῷ θανέειν Od.12.342

    ;

    λιμὸν ὁμοῦ καὶ λοιμόν Hes.Op. 243

    , cf. Th.2.54;

    λ. αἰανής Pi.I.1.49

    ;

    λιμῷ συνεστεῶτας Hdt. 7.170

    ;

    σκότῳ λ. ξύνοικος A.Ag. 1642

    ;

    δείπνου προφήτην λιμόν Antiph. 217.23

    ;

    ἅπανθ' ὁ λ. γλυκέα πλὴν αὑτοῦ ποιεῖ Id.293

    ;

    ὁ δὲ λ. ἐστιν ἀθανασίας φάρμακον Id.86.6

    : prov., ἀπολεῖτε λιμῷ Μηλίῳ, referring to the siege of Melos, Ar.Av. 186: metaph.,

    ἤδη γὰρ εἶδον.. λιμόν τ' ἐν ἀνδρὸς πλουσίου φρονήματι, γνώμην δὲ μεγάλην ἐν πένητι σώματι E.El. 371

    .
    II a hungry wretch, Men.Kol.78, Posidipp.26.12, Eust. 1828.6.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > λιμός

  • 6 λῖμός

    λῖμός: hunger, famine.

    A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό) > λῖμός

  • 7 λιμός

    λιμός, οῦ, ὁ and (for the fem. s. Lk 4:25 v.l.; 15:14; Ac 11:28; B-D-F §2 end; 49, 1; Mlt-H. 123f; W-S §8, 10; Phryn. 188 Lob.; Ael. Dion. λ, 16; Thumb 67.—The word Hom.+; UPZ 11, 27 and 19, 21 τῷ λ.; 42, 9 τῆς λ.; PSI 399, 10 [III B.C.] τῇ λ.; LXX [Thackeray 146]; TestSol 18:8 H; Test12Patr; JosAs; 4 [6] Esdr [POxy 1010, 13 and 19]; Ath., R. 4 p. 52, 19; 21 p. 75, 2).
    hunger Ro 8:35. λιμῷ ἀπόλλυμαι I am dying of hunger = I’m starving to death (Ael. Aristid. 46 p. 271 D.) Lk 15:17; (w. δίψος; cp. Aeschyl., Pers. 483; X., Mem. 1, 4, 13; Is 5:13; TestJos 1:5; Jos., Bell. 3, 189) 2 Cor 11:27.
    famine (schol. on Aristoph., Plut. 31 λιμοῦ γενομένου ἐν τῇ Ἀττικῇ; Gen 12:10; JosAs; Philo, Rer. Div. Her. 287) Lk 4:25 (4 Km 6:25 ἐγέν. λ. μέγας); 15:14; Ac 7:11 (cp. Gen 41:54); 11:28 (Jos., Ant. 3, 320; 20, 101 μέγας λ.—KGapp, The Universal Famine under Claudius: HTR 28, ’35, 258–65; RFunk, JBL 75, ’56, 130–36; Haenchen, on Acts 11:29f); Rv 6:8; 18:8. ἐν λιμῷ in famine 1 Cl 56:9 (Job 5:20; 4 [6] Esdr [POxy 1010, 13f] ἐν λειμῷ διαφθαρήσονται). λιμοί famines among the tribulations of the last days Mt 24:7; Mk 13:8; Lk 21:11; in the last pass. and Mt 24:7 v.l. λοιμοί (‘plagues, pestilences’) are connected w. them (for this combination cp. Hes., Op. 243; Hdt. 7, 171; Thu. 2, 54, 3; Plut., Mor. 370b; Delph. Orac. 487, 13 [II 198 W.]; Cat. Cod. Astr. VII 166, 13; VIII 3, 186, 1; Herm. Wr. 414, 9 Sc.; Philo, Mos. 1, 110; 2, 16; Jos., Bell. 1, 377; 4, 361; TestJud 23:3; SibOr 2, 23; 8, 175.—For an enumeration of περιστάσεις [crises, troubles] see Ptolem., Apotel. 2, 1, 4 πολέμων ἢ λιμῶν ἢ λοιμῶν ἢ σεισμῶν ἢ κατακλυσμῶν καὶ τῶν τοιούτων; on περίστασις s. Danker, Benefactor p. 363–66, and 390, n. 216 for lit.).—PGarnsly, Famine and Food Supply in the Graeco-Roman World ’88.—B. 332. DELG. M-M. TW.

    Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία > λιμός

  • 8 λιμός

    famine

    Ελληνικά-Αγγλικά νέο λεξικό (Greek-English new dictionary) > λιμός

Look at other dictionaries:

  • Λιμός — Fr.anon. masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιμός — ο (AM λιμός, ὁ, Α και λιμός, ή) μεγάλη και παρατεταμένη έλλειψη ειδών διατροφής που παρουσιάζει ευρεία γεωγραφική εξάπλωση και προκαλεί αύξηση τής θνησιμότητας λόγω πείνας («λιμῷ δ οἴκτιστον θανέειν», Ομ. Οδ.) || (μσν. αρχ.) πειναλέος άνθρωπος… …   Dictionary of Greek

  • λιμός — λῑμός , λιμός Fr.anon. masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιμός — [лимос] ουσ а. голод …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • λιμός — ο μεγάλη πείνα από έλλειψη τροφίμων: Σε περιόδους πολέμου πολλοί πεθαίνουν από λιμό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Πολλῶν ὁ λιμὸς γίγνεται διδάσκαλος. — См. Нужда скачет и пляшет, нужда и песеньки поет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ЛИМОС —    • Λιμός, ο̉ и η̉,          Famеs, олицетворение голода и голодной смерти, которую изображали со впалыми глазами, бледным лицом и взъерошенными волосами. Она считалась дочерью Эриды (Hesiod. theog. 217) и описана Овидием в Ov. met. 8, 798 слл.… …   Реальный словарь классических древностей

  • Λιμοῖο — Λιμός Fr.anon. masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιμοῖς — Λιμός Fr.anon. masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιμοί — Λιμός Fr.anon. masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιμοῦ — Λιμός Fr.anon. masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.