Translation: from greek

κορώνη

Look at other dictionaries:

  • Κορώνη — shearwater fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κορώνῃ — Κορώνη shearwater fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κορώνη — I Μεγάλος παράλιος οικισμός (υψόμ. 20 μ., 1.668 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πυλίας του νομού Μεσσηνίας. Βρίσκεται στο νότιο άκρο της δυτικής ακτής του Μεσσηνιακού κόλπου, 52 χλμ. ΝΔ της Καλαμάτας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κορώνης. Ιστορία. Η Κ …   Dictionary of Greek

  • Κορώνη — Sp Korònė Ap Κορώνη/Koroni L P Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Νέα Κορώνη — Μεγάλος παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ.) στην πρώην επαρχία Πυλίας του νομού Μεσσηνίας …   Dictionary of Greek

  • Κορωνᾶν — Κορώνη shearwater fem gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κορωνᾶν — κορώνη shearwater fem gen pl (doric aeolic) κορωνός curved masc/fem gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κορωνέων — Κορώνη shearwater fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κορωνέων — κορώνη shearwater fem gen pl (epic ionic) κορωνός curved masc/fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κορωνῶν — Κορώνη shearwater fem gen pl Κορωνός curved masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κορωνῶν — κορώνη shearwater fem gen pl κορωνόν condyles neut gen pl κορωνός curved fem gen pl κορωνός curved masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.