Translation: from greek

κλίνω

Look at other dictionaries:

  • κλίνω — κλίνω, έκλινα βλ. πίν. 172 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κλίνω — (AM κλίνω, Α αιολ. τ. κλίννω) 1. (μτβ.) κάνω κάποιον ή κάτι να στραφεί ή να γείρει πλάγια ή προς τα κάτω, τό γέρνω, τό πλαγιάζω ή λυγίζω, κάμπτω κάτι (α. «ο δυνατός άνεμος έκλινε τους κορμούς τών δέντρων» β. «ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα Ζεύς» όταν ο… …   Dictionary of Greek

  • κλίνω — κλί̱νω , κλίνω sráyati aor subj act 1st sg κλί̱νω , κλίνω sráyati pres subj act 1st sg κλί̱νω , κλίνω sráyati pres ind act 1st sg κλί̱νω , κλίνω sráyati aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλινῶ — κλῐνῶ , κλίνω sráyati aor subj pass 1st sg (attic epic doric) κλῐνῶ , κλίνω sráyati fut ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλίνω — έκλινα, κλίθηκα, κλιμένος 1. γέρνω, λυγίζω, πλαγιάζω: Μην κλίνεις τα γόνατα. 2. γράφω ή λέγω όλους τους τύπους κλιτού μέρους του λόγου: Κλίνε μου το ρήμα γράφω. 3. ρέπω, έχω τάση προς κάτι: Κλίνει προς το σοσιαλισμό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κλῖνον — κλίνω sráyati aor imperat act 2nd sg κλίνω sráyati pres part act masc voc sg κλίνω sráyati pres part act neut nom/voc/acc sg κλίνω sráyati imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) κλίνω sráyati imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκλιμένα — κλίνω sráyati perf part mp neut nom/voc/acc pl κεκλιμένᾱ , κλίνω sráyati perf part mp fem nom/voc/acc dual κεκλιμένᾱ , κλίνω sráyati perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλῖνε — κλίνω sráyati pres imperat act 2nd sg κλίνω sráyati aor ind act 3rd sg (homeric ionic) κλίνω sráyati imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκλικότα — κλίνω sráyati perf part act neut nom/voc/acc pl κλίνω sráyati perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκλιμέναι — κλίνω sráyati perf part mp fem nom/voc pl κεκλιμένᾱͅ , κλίνω sráyati perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκλιμένον — κλίνω sráyati perf part mp masc acc sg κλίνω sráyati perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.