Translation: from greek to english

from english to greek

κλίνη

  • 1 κλίνη

    κλί̱νη, κλίνη
    that on which one lies: fem nom /voc sg (attic epic ionic)
    κλί̆νη, κλίνω
    sráyati: aor ind pass 3rd sg (homeric ionic)
    ——————
    κλί̱νῃ, κλίνη
    that on which one lies: fem dat sg (attic epic ionic)
    κλί̱νῃ, κλίνω
    sráyati: aor subj mid 2nd sg
    κλί̱νῃ, κλίνω
    sráyati: aor subj act 3rd sg
    κλί̱νῃ, κλίνω
    sráyati: pres subj mp 2nd sg
    κλί̱νῃ, κλίνω
    sráyati: pres ind mp 2nd sg
    κλί̱νῃ, κλίνω
    sráyati: pres subj act 3rd sg

    Morphologia Graeca > κλίνη

  • 2 κλίνῃ

    Βλ. λ. κλίνη

    Morphologia Graeca > κλίνῃ

  • 3 κλίνη

    κλῑν-η, , κλίνω)
    A that on which one lies, couch, used at meals or for a bed,

    ἐν κλίνῃ κλῖναί τινας Hdt.9.16

    , cf. Ar.Ach. 1090; κλίνην στρῶσαι to make up a couch, Hdt.6.139, X. Cyr.8.2.6, IG22.1315;

    ἐπὶ κλίνης φερόμενος And.1.61

    , cf. SIG1169.31 (Epid.); ἐκ κλίνης ἀνίστασθαι, after illness, And.1.64;

    κ. μιλησιουργὴς ἀμφικέφαλος IG12.330

    ;

    κ. ἐπίχρυσοι καὶ ἐπάργυροι Hdt.1.50

    , 9.80;

    κ. ἐλεφαντόποδες Pl.Com.208

    .
    2 bier, Th.2.34, Pl.Lg. 947b, IG 12(5).593.6 (Ceos, v B.C.).
    3 grave-niche, ib.14.788 ([place name] Naples), 871 ([place name] Cumae).
    II ἱερὰ κ., = Lat.lectisternium, POxy.1144.6(i/ii A.D.), cf. PGnom. 202 (ii A.D.); κ. τοῦ κυρίου Σαράπιδος, of a ceremonial banquet, POxy.110.2 (ii A.D.).
    2 generally, banquet, PSI5.483.2 (pl., iii B.C.).

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > κλίνη

  • 4 κλίνη

    κλίνη, ης, ἡ (Eur., Hdt. et al.; ins, pap, LXX, TestSol, TestAbr, TestJob; TestLevi 19:4; JosAs; AscIs 2:14; EpArist 320) a place for those who are resting (2 Km 4:7; Ps 6:7), suffering (Gen 48:2; 49:33), or dining (Xenophanes 18, 2 Diehl2; Ezk 23:41).
    bed, couch Mk 4:21; 7:30; Lk 8:16; 17:34; καθίσαι εἰς τὴν κ. sit on the bed Hv 5:1.—Pallet, stretcher on which a sick man was carried (Appian, Bell. Civ. 1, 45 §199 ἔφυγεν ἐπὶ κλίνης διὰ νόσον; as a bier for the dead Pla., Leg. 12, 947b; Jos., Ant. 7, 40=2 Km 3:31.—2 Ch 16:14), prob. not differentiated fr. ‘bed’ Mt 9:2, 6; Lk 5:18 (φέρειν ἐπὶ κλίνης as SIG 1169, 31; Jos., Ant. 17, 197). Ac 5:15 v.l. (for κλινάριον); βάλλειν τινὰ εἰς κ. lay someone on a sickbed i.e. strike her w. an illness Rv 2:22 (a lingering illness as a divine punishment: Diod S 16, 61, 3; cp. also PUps 8, 4 s.v. ξηραίνω 2). GDalman, Arbeit 7, 189; Kl. Pauly III 255f (lit.)
    dining couch Mk 7:4 as suggested by the context; the only NT pass. that qualifies for this mng. S. New Docs 1, 6–9, but without ref. to this pass.—B. 480. DELG s.v. κλίνω. M-M. TW.

    Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία > κλίνη

  • 5 κλίνη

    -ης + N 1 5-17-2-10-13=47 Gn 48,2; 49,33; Ex 7,28; Dt 3,11(bis)
    that on which one lies, couch, bed (for resting) Gn 48,2; bier 2 Sm 3,31
    ταμίειον τῶν κλινῶν bedchamber, bedroom 2 Kgs 11,2 Cf. HORSLEY 1981, 6-8

    Lust (λαγνεία) > κλίνη

Look at other dictionaries:

  • κλίνη — η (AM κλίνη) [κλίνω] 1. έπιπλο πάνω στο οποίο κανείς αναπαύεται και κοιμάται, κρεβάτι («ἐν κλίναις ἐλεφαντόποσιν... κατάκεινται», Πλάτ.) 2. νεκροκρέβατο, νεκρικό φέρετρο («μία δὲ κλίνη κενὴ φέρεται ἐστρωμένη τῶν ἀφανῶν», Θουκ.) νεοελλ. (ναυπ.)… …   Dictionary of Greek

  • κλίνη — κλί̱νη , κλίνη that on which one lies fem nom/voc sg (attic epic ionic) κλί̆νη , κλίνω sráyati aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλίνῃ — κλί̱νῃ , κλίνη that on which one lies fem dat sg (attic epic ionic) κλί̱νῃ , κλίνω sráyati aor subj mid 2nd sg κλί̱νῃ , κλίνω sráyati aor subj act 3rd sg κλί̱νῃ , κλίνω sráyati pres subj mp 2nd sg κλί̱νῃ , κλίνω sráyati pres ind mp 2nd sg κλί̱νῃ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλίνη — η κρεβάτι: Το νοσοκομείο αυτό έχει τετρακόσιες κλίνες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κλίνη, ναυπηγική — Μακριά πρισματική κατασκευή στην οποία ναυπηγούνται τα πλοία. Κατασκευάζεται συνήθως με τοιχοποιία ή τσιμέντο, ενώ, αν πρόκειται για μικρά σκάφη, με ξύλο. Η κλίση της ν.κ., σε σχέση με το οριζόντιο επίπεδο, πρέπει να είναι τέτοια ώστε η συνιστώσα …   Dictionary of Greek

  • κλῖναι — κλίνη that on which one lies fem nom/voc pl κλίνω sráyati aor imperat mid 2nd sg κλίνω sráyati aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθέλκυση — Το σύνολο των εργασιών με τις οποίες το πλοίο μεταφέρεται από τη ναυπηγική κλίνη στο νερό. Το σκάφος δεν μετακινείται απευθείας πάνω στην κλίνη. Ανάμεσα σε αυτήν και στο σκάφος παρεμβάλλεται το λίκνο, ένα είδος μεγάλου έλκηθρου, του οποίου οι… …   Dictionary of Greek

  • κλινικός — ή, ό (Α κλινικός, ή, όν) 1. αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή αρμόζει στην κλίνη 2. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οι κλινικοί χριστιανοί τών πρώτων μ. Χ. αιώνων οι οποίοι έπαιρναν το βάπτισμα με ραντισμό στην επιθανάτια κλίνη λόγω τής αντιλήψεως ότι ήταν… …   Dictionary of Greek

  • Fass ohne Boden — Pi Inhaltsverzeichnis 1 πάθει μάθος 2 Παθήματα μαθήματα …   Deutsch Wikipedia

  • ПОСТЕЛЬ —    • Lectus.     I.          У греков: ευ̉νή, состояла        1. из κλίνη, кровать. Четыре стороны κλίνη, ε̉νήλατα (κραστήρια) состояли из столбов, которые, будучи положены друг на друга, покоились на ножках. У того конца, где была голова, был… …   Реальный словарь классических древностей

  • ευνή — η (Α εὐνή, επικ. γεν. εν. και πληθ. εὐνῆφι, εὐνῆφιν) νεοελλ. ναυτ. μικρή άγκυρα τών ναρκών από σκυροκονίαμα ή από χυτοσίδηρο αρχ. 1. ο τόπος όπου κοιμάται κάποιος, το κρεβάτι, η κλίνη («ἔβη εἰς εὐνήν», Ομ. Οδ.) 2. το στρώμα (α. «λέχος πόρσυνε καὶ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.