Translation: from greek

κεἰν

  • 1 'κείν'

    ἐκεῖνα, ἐκεῖνος
    the person there: neut nom /voc /acc pl
    ἐκεῖνο, ἐκεῖνος
    the person there: neut nom /voc /acc sg
    ἐκεῖνε, ἐκεῖνος
    the person there: masc voc sg
    ἐκεῖναι, ἐκεῖνος
    the person there: fem nom /voc pl

    Morphologia Graeca > 'κείν'

  • 2 κείν

    κέω
    to lie down: pres inf act (attic epic doric)

    Morphologia Graeca > κείν

  • 3 κείν'

    κεῖνα, ἐκεῖνος
    the person there: neut nom /voc /acc pl
    κεῖνο, ἐκεῖνος
    the person there: neut nom /voc /acc sg
    κεῖνε, ἐκεῖνος
    the person there: masc voc sg
    κεῖναι, ἐκεῖνος
    the person there: fem nom /voc pl
    κεῖνα, κεῖνος
    the person there: neut nom /voc /acc pl
    κεῖνε, κεῖνος
    the person there: masc voc sg
    κεῖναι, κεῖνος
    the person there: fem nom /voc pl

    Morphologia Graeca > κείν'

  • 4 κειν

    εἰν, ἐν
    in: proclitic poetic indeclform (prep)

    Morphologia Graeca > κειν

  • 5 κειν'

    κεινά, κεινός
    neut nom /voc /acc pl
    κεινά̱, κεινός
    fem nom /voc /acc dual
    κεινά̱, κεινός
    fem nom /voc sg (doric aeolic)
    κεινέ, κεινός
    masc voc sg
    κειναί, κεινός
    fem nom /voc pl
    κεινά, κενός
    empty: neut nom /voc /acc pl (epic ionic)
    κεινά̱, κενός
    empty: fem nom /voc /acc dual (epic ionic)
    κεινά̱, κενός
    empty: fem nom /voc sg (epic doric ionic aeolic)
    κεινέ, κενός
    empty: masc voc sg (epic ionic)
    κειναί, κενός
    empty: fem nom /voc pl (epic ionic)

    Morphologia Graeca > κειν'

  • 6 κείν'

    κείνᾱͅ, ἐκεῖνος
    the person there: fem dat sg (doric aeolic)
    κείνᾱͅ, κεῖνος
    the person there: fem dat sg (doric aeolic)

    Morphologia Graeca > κείν'

Look at other dictionaries:

  • 'κεῖν' — ἐκεῖνα , ἐκεῖνος the person there neut nom/voc/acc pl ἐκεῖνο , ἐκεῖνος the person there neut nom/voc/acc sg ἐκεῖνε , ἐκεῖνος the person there masc voc sg ἐκεῖναι , ἐκεῖνος the person there fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κειν' — κεινά , κεινός neut nom/voc/acc pl κεινά̱ , κεινός fem nom/voc/acc dual κεινά̱ , κεινός fem nom/voc sg (doric aeolic) κεινέ , κεινός masc voc sg κειναί , κεινός fem nom/voc pl κεινά , κενός empty neut nom/voc/acc pl (epic ionic) κεινά̱ , κενός… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεἰν — εἰν , ἐν in proclitic poetic indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεῖν — κέω to lie down pres inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεῖν' — κεῖνα , ἐκεῖνος the person there neut nom/voc/acc pl κεῖνο , ἐκεῖνος the person there neut nom/voc/acc sg κεῖνε , ἐκεῖνος the person there masc voc sg κεῖναι , ἐκεῖνος the person there fem nom/voc pl κεῖνα , κεῖνος the person there neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κείν' — κείνᾱͅ , ἐκεῖνος the person there fem dat sg (doric aeolic) κείνᾱͅ , κεῖνος the person there fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κέιν, Μάικλ — (Michael Caine, Αγγλία 1933 –). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Βρετανού ηθοποιού Μορίς Τζόζεφ Μαϊκλγουάιτ (Maurice Joseph Micklewhite). Ο Κ. άλλαξε το επίθετό του όταν είδε το κλασικό φιλμ Ανταρσία του Κέιν, το 1954. Ταλαντούχος, με χαρακτηριστική… …   Dictionary of Greek

  • Κέιν, Ελάισα Κεντ — (Elisha Kent Kane, 1820 – 1857). Αμερικανός εξερευνητής. Συμμετείχε στην εκστρατεία του Μεξικού και το 1850 52 συνόδευσε τον Γκρίνελ ως γιατρός στα ταξίδια του στους πόλους. Το 1853 πραγματοποίησε μια εξερευνητική αποστολή στη Γροιλανδία, την… …   Dictionary of Greek

  • Κέιν, Τόμας Χένρι Χολ — (SirThomas Henry Hall Caine, 1853 – 1931).Άγγλος μυθιστοριογράφος. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Λονδίνο και ήταν φίλος του ποιητή και ζωγράφου Ροσέτι. Τα έργα του, που χαρακτηρίζονται για την περιγραφική τους αδρότητα και την… …   Dictionary of Greek

  • Ἥνικα Πυθαγόρης τὸ περικλεὲς εὕρατο γράμμα κεῖν’, ἐφ’ ὅτῳ κλείνην ἤγαγε βουθυσίην. — (παλαιὸς λόγος). См. Гекатомба …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • κινηματογράφος — Μέσο έκφρασης και παρουσίασης, το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνική της αποτύπωσης ακίνητων εικόνων σε φιλμ και της προβολής τους σε οθόνη, μέσω τεχνικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Τα κύριαφαινόμενα που συντελούν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.