Translation: from greek to english

κατανάγκη

Look at other dictionaries:

  • κατανάγκη — κατανάγκη, ἡ (Α) 1. μέσο καταναγκασμού («ἐπῳδὰς καὶ καταδέσμους καὶ ἐρωτικὰς κατανάγκας», Συνέσ.) 2. το φυτό ορνιθόπους ο ήμερος το οποίο χρησιμοποιούσαν για παρασκευή μαγικών φίλτρων 3. το φυτό κήμος …   Dictionary of Greek

  • κατανάγκη — means of constraint fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατανάγκῃ — κατανάγκη means of constraint fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατανάγκαις — κατανάγκη means of constraint fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατανάγκην — κατανάγκη means of constraint fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατανάγκης — κατανάγκη means of constraint fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατανάγκας — κατανάγκᾱς , κατανάγκη means of constraint fem acc pl κατανάγκᾱς , κατανάγκη means of constraint fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CATANANCE — Graece κατανάγκη, apud Plinium, l. 27. c. 8. herba est Magica, quâ ad amatoria olim utebantur. Ita enim is, Catanancen Thessalam herbam, qualis sit, a nobis describi supervacuum est, cum sit usus eius ad amatoria tantum. Illud non abs re est… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • CEMOS — apud Plinium, herba in amatoriis pollens, a Graeco κημὸς, capistrum: ab incapistrandis sic et ligndis animis nomen adepta. Quidam et κατανάγκην ita dictam scripsere. Neophytus Monachus, Κατανάγκη, οἱ δὲ κημὸν, οἱ δὲ δαμνάμητιν. Alii Leontopodium… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ανάγκη — Στηνοικονομία,α.ονομάζεται μια κατάσταση έλλειψης ικανοποίησης, την οποία συνοδεύει η επίγνωση (που μπορεί αργότερα να αποδειχτεί εσφαλμένη) της ύπαρξης ενός κατάλληλου μέσου να θέσει τέρμα σε αυτή την κατάσταση ή να επιφέρει ανακούφισή της και η …   Dictionary of Greek

  • δάμνημι — (Α) 1. δαμάζω, καταβάλλω (α. «δάμνησι στίχας ἀνδρῶν» κατανικά τις σειρές των πολεμιστών β. «αλλά με χεῑμα δάμναται» αλλά μέ καταβάλλει η κακοκαιρία) 2. (μτχ. θηλ. ενεστ. ως ουσ.) δαμναμένη, η α) το φυτό κατανάγκη, ορνιθόπους β) το φυτό κήμος,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.